Άννα Διαμαντοπούλου

Switch to desktop Register Login

Άννα Διαμαντοπούλου - Αρχική

Για τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει το «Δίκτυο» για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, σε μεγάλα θέματα όπως το χρέος και η παιδεία, με στόχο την οικοδόμηση συναίνεσης στο εσωτερικό και την ανάδειξη της Ελλάδας ως ισότιμου παίκτη στην Ευρώπη, μιλάει η πρόεδρός τουΆννα Διαμαντοπούλου, σε συνέντευξή της στο webtv του ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Αναφερόμενη στην πολιτική ζωή της Ελλάδας χαρακτηρίζει «άγονη κινητικότητα» τις ως τώρα διεργασίες στην κεντροαριστερά. Υπάρχει ανάγκη για συγκεκριμένο λόγο και πρόσωπαπου να πείθουν με τη διαδρομή τους και να προσελκύσουν νέους ανθρώπους.

Πιστεύει ότι  έχουν ωριμάσει οι συνθήκες για να δημιουργηθεί ένα νέο κόμμα, στη λογική ενός εσωτερικού εθνικού μετώπου, που θα μπορεί να μετάσχει σε συναινετικές κυβερνήσεις για την έξοδο της χώρας από την κρίση.

 «Για πρώτη φορά κάθισαν στο ίδιο τραπέζι όλα τα κόμματα για να συζητήσουν για το χρέος, δεν διαφώνησαν στην ανάγκη να δημιουργηθεί μια Εθνική Επιτροπή για τη διαπραγμάτευσή του, ενώ το ΠΑΣΟΚ και ο ΣΥΡΙΖΑ φάνηκε να συμφωνούν στη συζήτηση με βάση την πρόταση PADRE 2», σημειώνει η κ Διαμαντοπούλου αναφερόμενη στην πρόσφατη συζήτηση που οργάνωσε το Δίκτυο, με θέμα «το χρέος και η εθνική συναίνεση». Άρα, προσθέτει,υπάρχουν πεδία συναίνεσης, για τη δημιουργία εθνικής επιτροπής που θα έχει περισσότερες πιθανότητες να πετύχει μια καλή συμφωνία για το χρέος με τις 18 χώρες της ευρωζώνης.

Μιλάει επίσης με ενθουσιασμό για την 1η ελληνική πρωτοβουλία ευρωπαίων πολιτών που ξεκίνησε το ΔΙΚΤΥΟ, με σκοπό να εξαιρούνται οι δαπάνες για την παιδεία από τα ελλείμματα. «Έχει τύχει ευρείας αποδοχής, η πρόταση. Ο Ολάντ και ο Ρέντσι αναφέρθηκαν στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο σ αυτό το θέμα, ελπίζω να αναφερθούν και οι Έλληνες πολιτικοί», δηλώνει.

Δεν βρίσκει επίσης ώριμο το έδαφος για μια συνεργασία ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ, στην περίπτωση που παραμείνουν πρώτα κόμματα χωρίς αυτοδυναμία και πιστεύει ότι για να γίνει ένας «μεγάλος συνασπισμός» θα πρέπει να προηγηθούν επανειλημμένες εκλογές που θα  οδηγήσουν σε δύσκολα μονοπάτια την οικονομία.

Μιλώντας για την ευρωπαϊκή πολιτική, κάνει αναφορά στον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος εν μέσω μεγάλων εσωτερικών προβλημάτων συνέβαλε σημαντικά στη δημιουργία της Κοινωνίας των Εθνών. Η πολιτική μας είναι μονοδιάστατη, τονίζει, χρειάζεται σοβαρή στροφή. Να καταθέτουμε δικές μας προτάσεις για όλα τα θέματα και να κάνουμε συμμαχίες με χώρες μεσαίου μεγέθους για συνολικά προβλήματα και μέσα απ αυτά να επιδιώξουμε και τη λύση των  δικών μας θεμάτων όπως το χρέος. «Να γίνουμε ισότιμοι παίκτες και όχι με το ένα χέρι σαν γροθιά και το άλλο τεντωμένο για ελεημοσύνη», λέει χαρακτηριστικά.

Η ίδια προτιμά να δραστηριοποιείται έξω από κόμματα, συμβάλλοντας στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι «μέσω του Δικτύου και με άλλον τρόπο», όπως είπε κάπως αινιγματικά.

Διαβάστε περισσότερα...

Στη πολιτική μπορεί να ζήσει κανείς ζενίθ και ναδίρ.

Τα έζησα και τα δύο. Πώς να περιγράψει άραγε κανείς την μετάπτωση από την βαθιά ικανοποίηση μιας συλλογικής και συναινετικής μεταρρύθμισης στην ανατροπή και την προσπάθεια αδρανοποίησης της;

Το καλοκαίρι του 2011 και ενώ η κρίση ήταν στο αποκορύφωμα και οι «αγανακτισμένοι» στις πλατείες, ένα αισιόδοξο μήνυμα που ακούστηκε ήταν η πρωτοφανής συναίνεση στη Βουλή για το νόμο για τα πανεπιστήμια.

Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 2011 τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα δεν μπόρεσαν σε καμία εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ούτε επί Ελευθέριου Βενιζέλου, ούτε επί Παπανούτσου, ούτε αργότερα - να συμφωνήσουν και να συναινέσουν .

Κάτι σήμαινε λοιπόν! Η ελληνική κοινωνία επέβαλε εμμέσως αυτό που όλοι ξέρουμε, την ανάγκη τα ελληνικά πανεπιστήμια να γίνουν αντίστοιχα των ευρωπαϊκών και να ξεφύγουν από την μοίρα των κομματικών θερμοκηπίων!!!

Η συναίνεση δεν είναι εύκολο πράγμα. Χτίζεται με πολύ δουλειά με τεκμηρίωση, βήμα-βήμα, με συμβιβασμούς, με υποχωρήσεις κυρίως όμως επιτυγχάνεται όταν είναι απολύτως εμφανές το εθνικό και δημόσιο συμφέρον, με απλά λόγια το συμφέρον των παιδιών μας.

Όπως είδαμε στη χώρα μας το αποτέλεσμα της συναίνεσης μπορεί να καταστραφεί σε μία νύχτα, σε μια ψηφοφορία στη βουλή όταν το συντεχνιακό, το κομματικό, το ατομικό συμφέρον, τίθεται πάνω από το δημόσιο, το συμφέρον όλων.

Θα πω με απλά λόγια όπως τα καταλαβαίνει κάποιος που δεν διαβάζει τους νόμους αλλά καταλαβαίνει την ουσία αυτών που ψηφίστηκαν, πως θα μπορούσαν να ήταν τα πράγματα αν είχαν εφαρμοστεί μερικά από τα ψηφισθέντα.

Οι πρυτάνεις των μεγάλων πανεπιστημίων Καποδιστριακό , Μετσόβιο και Αριστοτέλειο, (οι δύο απ΄αυτούς ήδη στην αυλή του ΣΥΡΙΖΑ), οι οποίοι με τον προηγούμενο νόμο είχαν εκλεγεί στη θέση τους με την ψήφο των διοικητικών, των φοιτητικών κομματικών παρατάξεων και των καθηγητών είχαν δηλώσει ότι ανεξάρτητα απ’ ότι ψηφιστεί στη Βουλή, τον νόμο δεν θα τον εφαρμόσουν. Τι έκανε με την ανατροπή του νόμου η κυβέρνηση; Έδωσε παράταση στη θητεία αυτών των ανθρώπων για να εφαρμόσουν την μεταρρύθμιση! Όπως αναμένονταν, έκαναν ότι μπορούσαν στα δύο αυτά χρόνια για να μην υλοποιηθεί τίποτα.

Ο νόμος εισήγαγε τις πανεπιστημιακές σχολές που οργανώνουν διαφορετικά προγράμματα σπουδών αντί για τα υπερεξειδικευμένα τμήματα. Αυτό σήμαινε ότι αντί για εκατοντάδες τμήματα σε όλη τη χώρα που το καθένα είχε πρόεδρο, διευθυντές τομέων, γραμματείς, διοικητικούς υπαλλήλους, θα υπήρχαν μερικές δεκάδες σχολών με ισχυρή ηγεσία και αποτελεσματική διοικητική υποστήριξη και μικρότερο κόστος λειτουργίας. Την ίδια στιγμή οι φοιτητές, όπως συμβαίνει στα περισσότερα πανεπιστήμια της Ευρώπης και της Αμερικής, θα μπορούσαν να έχουν μια εσωτερική κινητικότητα και περισσότερες επιλογές, ενώ τα προγράμματα σπουδών θα προσαρμόζονταν ευκολότερα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της εποχής. Αλλάζοντας τον νόμο γύρισαν αμέσως πάλι τα εκατοντάδες μικρά τμήματα κλπ. όπου μικρά – μικρά φέουδα απαιτούν όλο και περισσότερο πόρους με όλο και λιγότερη αποτελεσματικότητα και χωρίς να λογοδοτούν.

Μέχρι τον Δεκέμβρη του 2012 κάθε πανεπιστήμιο έπρεπε να έχει τον Οργανισμό του και τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας. Δηλαδή τη δική του οργάνωση σπουδών, τη δική του διοικητική οργάνωση, την περιγραφή προσόντων και καθηκόντων για κάθε διοικητική και επιστημονική θέση στο πανεπιστήμιο και διαδικασία αξιολόγησης για όλους, καθηγητές και διοικητικούς. Η σύνταξη των Οργανισμών θα είχε λύσει το ζήτημα των πραγματικών αναγκών και της αξιολόγησης των υπαλλήλων και θα είχαμε γλιτώσει απ’ αυτόν τον άθλιο και μη αξιοκρατικό τρόπο απολύσεων των διοικητικών υπαλλήλων. Αντίστοιχα ο Εσωτερικός Κανονισμός θα είχε βάλει τους όρους και τους κανόνες εσωτερικής συμπεριφοράς όλων των μελών της πανεπιστημιακής κοινότητας. Πχ. για την αντιμετώπιση μιας μικρής μειοψηφίας φοιτητών που χειροδικούν, βρίζουν καταστρέφουν, δεν χρειάζεται η αστυνομία. Σε όλα τα πανεπιστήμια υπάρχει ο κώδικας δεοντολογίας και τα πειθαρχικά όργανα που τους αποβάλλει αυτόματα από το πανεπιστήμιο. Γιατί και ποιοι αρνούνται τη λειτουργία εσωτερικού κανονισμού;

Καμία επίπτωση δεν επιβλήθηκε στα ιδρύματα και τις διοικήσεις τους για τη μη κατάθεση των Οργανισμών και των Εσωτερικών Κανονισμών Λειτουργίας στην καθορισμένη από το νόμο ημερομηνία.

Το περίφημο άσυλο καταργήθηκε απολύτως και φυσικά η πολιτεία έχει όλα τα μέσα να σταματήσει τη βία, τις κλοπές, τις καταστροφές και ΚΥΡΙΩΣ την παρεμπόδιση των φοιτητών και των καθηγητών, να παρακολουθήσουν και να κάνουν μαθήματα και την έρευνα τους. Η πολιτεία είναι οι υπουργοί, ο εισαγγελέας, η αστυνομία, οι πρυτάνεις….

Τέλος εποχής σημαίνει και τέλος της σιωπής και τέλος της αδράνειας.

Αν ο νόμος είχε εφαρμοστεί θα είχε ακόμα αξιοποιηθεί μια νέα δυνατότητα , δηλαδή το νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου κάθε ιδρύματος, ένα νέο ευέλικτο εργαλείο που θα εξασφάλιζε την καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, της περιουσίας και των υποδομών του, με διαφανείς διαδικασίες και υπό τον συνεχή έλεγχο από το Συμβούλιο κάθε ιδρύματος. Παρά την οικονομική δυσπραγία της χώρας, τα ιδρύματα θα είχαν νέα μέσα για να αναπτύξουν σχέδια και να αυξήσουν τα έσοδά τους. Θα είχε έτσι γίνει πράξη η πολυσυζητημένη αυτονομία, αναγκαία, οπωσδήποτε, προϋπόθεση για την βελτίωση της ποιότητας της λειτουργίας τους.

Τέλος να πούμε και τα θετικά γιατί από κάθε προσπάθεια πάντα κάτι μένει. Σε όλα τα πανεπιστήμια εξελέγησαν Συμβούλια με μεγάλο αριθμό σημαντικών προσωπικοτήτων από την Ελλάδα και το εξωτερικό. Και αυτοί λοιδορήθηκαν και χτυπήθηκαν από το σύστημα του βαθέως πανεπιστημίου. Ευτυχώς μέχρι τώρα άντεξαν.

Οι πρυτανικές αρχές επιλέγονται πια με τον νέο νόμο και με διεθνή προκήρυξη ενώ απομακρύνθηκαν από την Διοίκηση οι παρατάξεις (μοναδικό φαινόμενο σε παγκόσμιο επίπεδο). Το Πολυτεχνείο Κρήτης είναι το πρώτο ίδρυμα που κατέθεσε με κοινή συμφωνία συμβουλίου και νέας πρυτανικής αρχής Οργανισμό και Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας και δίνει ένα μήνυμα όταν υπάρχει μια κρίσιμη μάζα ανθρώπων που θέλουν μπορούν.

Μετά από επιλογές σε πολλά περιφερειακά πανεπιστήμια και στα τρία μεγαλύτερα και αρχαιότερα πανεπιστήμια μέχρι τέλους Ιουλίου θα υπάρχουν πρυτάνεις εκλεγμένοι με τον νέο νόμο. Δημιουργούνται ελπίδες. Χάσαμε χρόνο, αδικούμε τα λαμπρά μυαλά του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου διώξαμε πολλά απ΄αυτά στο εξωτερικό.

Το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να αλλάξει με ένα νόμο (που όπως κάθε νόμος χρειάζεται βελτιώσεις και αλλαγές), μπορεί όμως και πρέπει από κάπου να γίνει η αρχή.

Και επειδή από την Πολιτική μέχρι στιγμής δεν φαίνεται φως, ας ελπίσουμε ότι η νέα γενιά Πρυτάνεων και Συμβουλίων από τον Σεπτέμβρη θα αλλάξει σελίδα.

Διαβάστε περισσότερα...

OMIΛΙΑ
ΑΝΝΑΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΥ
ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ «ΔΙΚΤΥΟΥ»
ΓΙΑ ΤΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
Πρ. Επίτροπος Ε.Ε. και πρ. Υπουργός
ΣΤΗΝ ΕΠΕΤΕΙΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ:
«ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΠΑΤΡΩΝ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ 1964:
50 χρόνια μετά»

Έχουν πολύ ενδιαφέρον μερικές φορές οι κύκλοι που κάνει η ζωή. Όταν ήμουνα φοιτήτρια ήταν ο κ. Βαρβιτσιώτης Υπουργός και ήμουνα επικεφαλής των κινητοποιήσεων στο Πολυτεχνείο και είχα κάνει και ένα ραδιοφωνικό σταθμό όπου είχαμε δυο συνθήματα, «να καταργηθεί ο 815» και «βοήθεια στη Νικαράγουα». Αυτά τα δυο ήταν τότε τα συνθήματα.

Αυτό σημαίνει ότι οι γενιές κινούνται, προχωρούν με τα βιώματά τους και έχει σημασία να μαθαίνει η μια γενιά από την άλλη.

Χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι σε μια τόσο σημαντική επέτειο. 50 χρόνια για το Πανεπιστήμιο της Πάτρας που ακολουθεί την οικονομική, κοινωνική, πολιτική ζωή της Ελλάδας με τις περιόδους της ακμής και της παρακμής.

Το Πανεπιστήμιο της Πάτρας το 1964 ήταν ένα άρθρο στο νόμο του Λουκή Ακρίτα του Παπανούτσου, και ήταν ένα από τα τρία νομοσχέδια της γενικής παιδείας, της τεχνολογικής εκπαίδευσης και των πανεπιστημίων. Τα δυο δεν ψηφίστηκαν ποτέ. Της τεχνολογικής εκπαίδευσης και των πανεπιστημίων.

Και το λέω γιατί νομίζω δεν υπάρχει υπουργός που να μην έχει βιώσει την εμπειρία του να μην προλάβει να υποβάλει νομοσχέδια, μια και ακολουθεί την πολιτική πορεία της χώρας.

Σε αυτά τα 50 χρόνια, ή ας δούμε τα 40 χρόνια μετά τη χούντα, επιδιώχθηκαν σημαντικές προσπάθειες, έγιναν μεταρρυθμίσεις. Ο κάθε υπουργός θα μπορούσε με πάθος να υποστηρίξει αυτό που έκανε, πώς θα γινόταν διαφορετικά άλλωστε… Εγώ δεν θα εκτιμούσα έναν άνθρωπο που πάλεψε για κάτι και δεν μπορεί να το υποστηρίξει.

Βεβαίως, έχει σημασία όλοι μας να βλέπουμε μετά, εκ των υστέρων, ποια είναι τα λάθη, τι θα μπορούσε να γίνει καλύτερα, ή πώς θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε περισσότερο. Είναι η θεσμική συγκρότηση του κράτους που αντανακλά απολύτως πάνω στην εκπαίδευση και στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και οι παθογένειες του πολιτικού συστήματος. Από το Κοινοβούλιο το οποίο δεν έχει θεσμική μνήμη στις επιτροπές του για το τι έχει προχωρήσει π.χ. στην παιδεία, μέχρι την εσωτερική λειτουργία των κομμάτων, το πώς μπορούν να συστήσουν μια πολιτική, να την υποστηρίξουν και να την υποστηρίξουν στη συνέχειά τους.

Αυτά τα πολύ σημαντικά προβλήματα, έχουν οδηγήσει σε μια διοίκηση η οποία έχει τα χαρακτηριστικά της πελατειακής πατρωνίας. Είναι πελατειακή και συντεχνιακή πατρωνία και συναντιέται παντού. Και όπως και μια γραφειοκρατία η οποία επηρεάζεται πάρα πολύ από τα κόμματα που είναι στην εξουσία.

Το εκπαιδευτικό σύστημα το οποίο είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και μεγάλο, καταλήγει με ένα απόλυτα συγκεντρωτικό τρόπο στον Υπουργό Παιδείας και έχουμε φροντίσει αυτό να το βάλουμε και στο σύνταγμά μας. Ο κάθε υπουργός Παιδείας έχει διοικητικά να αντιμετωπίσει 15.000 σχολεία, περίπου 200.000 εκπαιδευτικούς, 40 μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, πάρα πολλούς οργανισμούς και μια σειρά πολλών άλλων πολιτικών που θα ξεκινούσε από τις μητροπόλεις της Ελλάδας και θα έφτανε στα ιδιωτικά κέντρα σπουδών.

Για να ξεκινήσουμε με τις επισημάνσεις και τις προτάσεις, ο συγκεντρωτισμός του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, οδηγεί σε αδιέξοδο κάθε προσπάθεια γιατί τα διοικητικά προβλήματα του Υπουργείου Παιδείας είναι τεράστια. Το δε Υπουργείο Παιδείας είναι ένα υπουργείο που δεν έχει δομή, δεν έχει υπαλλήλους καριέρας και στελεχώνεται επί τουλάχιστον τρεις δεκαετίες με αποσπασμένους εκπαιδευτικούς. Θα ήθελα με δεδομένα αυτά, που τα συναντά ο κάθε υπουργός και θα τα συναντά αν δεν κάνουμε πολύ σημαντικές αλλαγές που έχουν να κάνουν με την αποκέντρωση αφ’ ενός του συστήματος και κατά δεύτερο με την επιλογή, με την πολύ ουσιαστική ανάγκη αλλαγής της ίδιας της διοίκησης.

Έρχομαι στο 2009. Η συναίνεση είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο και οφείλεται σε δυο λόγους. Ο ένας είναι η κουλτούρα και η κουλτούρα στην κοινωνία μας και σε όλους μας και στην κοινωνία μας επί δυο αιώνες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους είναι ότι η συζήτηση γίνεται υψώνοντας τη φωνή και όχι βελτιώνοντας τα επιχειρήματα. Γι’ αυτό υπάρχει πάντα μια πολύ ισχυρή φωνή και επιβάλλονται πάντοτε αυτοί που έχουν μια ντουντούκα. Τα επιχειρήματα πολύ λίγα μπαίνουν στο δημόσιο διάλογο.

Το δεύτερο είναι το θέμα της εφαρμογής των νόμων. Καμία μεταρρύθμιση δεν εφαρμόστηκε στο σύνολό της, δεν ακολουθήθηκε από τον επόμενο Υπουργό και ως εκ τούτου δεν άλλαξε κατόπιν αξιολόγησης. Η εφαρμογή των νόμων, η νομιμότητα δηλαδή, είναι κάτι που αγγίζει τον εκπαιδευτικό χώρο όπως όλους τους άλλους και οδηγεί σε αδιέξοδα. Δεν θεωρείται αυτονόητο ότι ένας νόμος που ψηφίζεται εφαρμόζεται.

Το 2009 υπάρχουν πολύ ιδιαίτερα προβλήματα. Είναι η αρχή της οικονομικής κρίσης. Μια κρίση η οποία αλλάζει τις δομές του κράτους, αλλάζει τον προϋπολογισμό δραματικά και επηρεάζει τις ζωές των ανθρώπων. Επηρεάζει τις ζωές των εκπαιδευτικών δραματικά, γιατί έχουμε τις μειώσεις των μισθών. Θυμίζω ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις συνήθως, οι πολύ μεγάλες μεταρρυθμίσεις, συνοδεύονταν από αύξηση των μισθών των εκπαιδευτικών και διπλασιασμό πολλές φορές των πόρων στην παιδεία. Το δεύτερο σημείο είναι ότι το 2009 που αρχίζει η οικονομική κατάρρευση, καταλαβαίνουμε πια όλοι ότι η κατάρρευση έχει πολλά χαρακτηριστικά. Όχι μόνο οικονομικά. Στο υπουργείο Παιδείας έχουμε στα όριά του ένα μοντέλο όχι ανάπτυξης του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά ενός μοντέλου μεγέθυνσης. Το 2009 και σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ είμαστε η χώρα με το μεγαλύτερο αριθμό σχολείων σε σχέση με τον πληθυσμό μας. Το μεγαλύτερο αριθμό εκπαιδευτικών σε σχέση με τη μαθητική μας νεολαία. Το μεγαλύτερο αριθμό ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Έχει και το μεγαλύτερο αριθμό οργανισμών. Έχουν όλα μεγεθυνθεί, έχουν όλα φτάσει στο μείζον, χωρίς να έχουμε βεβαίως καμία βελτίωση στο εκπαιδευτικό έργο, ή στην ποιότητα του έργου. Αρκεί να πω ότι η ανάγκη του να συγχωνεύσουμε σχολεία για την καλύτερη εκπαίδευση των μαθητών, όχι για οικονομικούς λόγους, ήταν μια προσπάθεια που έκαναν πολλοί υπουργοί παιδείας. Οι Οργανισμοί είχαν φτάσει στο Υπουργείο Παιδείας τους 17 και μέσα σε ένα χρόνο έγιναν 3 γιατί έπρεπε να γίνουν για να μπορέσουν να αποδώσουν έργο. Την ίδια στιγμή, κατά την άποψή μου, υπάρχει μια αποτυχία και πρέπει να το δεχτούμε για να δούμε πώς θα το βελτιώσουμε, όλης της προσπάθειας εκδημοκρατισμού του εκπαιδευτικού συστήματος. Η προσπάθεια εκδημοκρατισμού λόγω του ρόλου των κομμάτων και των συντεχνιών, έγινε σε βάρος της αξιοκρατίας, έγινε σε βάρος της ελεγχόμενης, όπως συμβαίνει σε όλα τα συστήματα του κόσμου ιεραρχίας, σε βάρος της αποκέντρωσης και βέβαια της αξιολόγησης και της δημιουργίας. Σε αυτό το περιβάλλον, που το θυμόμαστε όλοι το 2009, με κυβερνήσεις να αλλάζουν, με τους αγανακτισμένους στην πλατεία Συντάγματος, με τη ζωή των πολιτών να αλλάζει με δραματικό τρόπο, έπρεπε ή μπορούσε να γίνουν μεταρρυθμίσεις στο χώρο της παιδείας; Μας απασχόλησε πάρα πολύ. Έγινε συζήτηση και στη Βουλή, στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, εάν μπορούσαμε να ξεκινήσουμε κάτι τέτοιο, ή εάν θα έπρεπε να περιοριστούμε σε ένα διοικητικό συμμάζεμα. Θα σας πω δυο παραδείγματα. Η Φινλανδία και η Κορέα που είναι σήμερα πρώτες στην παγκόσμια κατάταξη σε όλες τις λίστες εκπαίδευσης και καινοτομίας, ήταν οι δυο χώρες που υπέστησαν πολύ μεγάλη κρίση οικονομική. Και οι δυο με το ξεκίνημα της κρίσης διπλασίασαν τους πόρους για την παιδεία και έβαλαν πρώτη προτεραιότητα το εκπαιδευτικό τους σύστημα. Στη Φινλανδία μάλιστα έθεσαν έναν όρο. Ότι από το ’73 που ξεκινάει το μεγάλο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα μέχρι σήμερα, δεν θα αλλάζει νόμος για την παιδεία εάν δεν συναινέσουν τα 2/3 στη Βουλή.

Η επιλογή μέσα στην κρίση να ξεκινήσουν οι μεταρρυθμίσεις, ήταν μια πολύ συνειδητή πολιτική επιλογή. Πρώτον δεν επιτρέψαμε να μπει η Παιδεία στο μνημόνιο. Το 2009 η παιδεία ήταν εκτός μνημονίου. Και δεύτερον, έγινε κατανοητό ότι εάν δεν προχωρούσαμε σε ουσιαστικές αλλαγές εκείνη τη στιγμή, υπήρχε κίνδυνος τα παιδιά της μεσαίας τάξης, η οποία αποδεκατίζονταν, αλλά και των χαμηλότερων οικονομικά εισοδημάτων, να πληρώσουν για τις ερχόμενες γενιές και βεβαίως για τη χώρα το θέμα της κρίσης. Αυτό όμως σήμαινε ότι έπρεπε να επιλέξουμε αλλαγές στην καθολική παιδεία μέχρι τα 15 παράλληλα με υψηλή ποιότητα και μαζική πρόσβαση στην ανώτατη παράλληλα με υψηλή ποιότητα χωρίς χρήματα. Με ένα διοικητικό σύστημα που έχει τα προηγούμενα χαρακτηριστικά και με ένα ανθρώπινο δυναμικό το οποίο είχε διαπαιδαγωγηθεί μέσα στις δεκαετίες με πολύ διαφορετικό τρόπο και με την ευθύνη βεβαίως όλων μας και κυρίως του πολιτικού συστήματος.

Αγαπητές φίλες και φίλοι, όταν γίνεται κάτι στην παιδεία είναι τρομακτικές οι επιπτώσεις. Σκεφτείτε ότι μόνο οι εκπαιδευτικοί ήταν 200.000. Είναι σαν να ρίχνεις ένα βοτσαλάκι και να γίνεται τρικυμία. Γιατί οποιαδήποτε αλλαγή σε ένα τόσο μεγάλο σώμα που βεβαίως επηρεάζει και τους γονείς και τους φοιτητές αντίστοιχα, προκαλεί τεράστιες αναταράξεις. Γι’ αυτό και κάθε αλλαγή στην παιδεία είναι πάντοτε τόσο συγκλονιστικά δυνατή για την ελληνική κοινωνία. Έπρεπε να συμφωνήσουμε, έπρεπε να συναινέσουμε. Θα σας πω ότι βάζοντας σαν κεντρικό σύνθημα μετά από πολύ συζήτηση και με διανοούμενους και με παιδαγωγούς, θα ήθελα να κάνω μια ειδική αναφορά στον κ. Αλέξη Δημαρά ο οποίος ήταν και πρόεδρος του Ινστιτούτου Παιδαγωγικής Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Επιλέξαμε το σύνθημα πρώτα ο μαθητής και πρώτα ο φοιτητής. Δηλαδή οποιαδήποτε αλλαγή να μην έχει στο κέντρο της τον εκπαιδευτικό. Να μην έχει στο κέντρο της τον καθηγητή ή το σχολείο, αλλά το μαθητή. Όσο και αν φανεί περίεργο, αυτό το σύνθημα υπήρξε πολύ συγκρουσιακό. Υπήρξαν πάρα πολλοί υπέρ και πάρα πολλοί κατά.

Θα ήθελα να πω ότι το πρόβλημά μας με τη συναίνεση είναι και το ότι δεν έχουμε θεσμούς. Η συναίνεση δεν επιτυγχάνεται αν εγώ λέω αυτό, εσύ λες το άλλο, ας καθίσουμε σε ένα τραπέζι και να τα βρούμε. Δεν γίνεται. Είναι διαφορετικά κόμματα. Είναι διαφορετικά κοινωνικά επιμέρους συμφέροντα. Η συναίνεση, τουλάχιστον ας διδαχτούμε από τις χώρες που την έχουν επιτύχει, χρειάζονται θεσμούς, χρειάζεται χρόνο και πάντοτε την ευθύνη την έχει ο κυβερνών. Όχι όλοι βέβαια, όπως ξέρουμε, γιατί στην Ελλάδα η σύγκρουση της αντιπολίτευσης είναι κατ’ αρχήν το πρώτο και κυρίαρχο θέμα που ουσιαστικά την ορίζει ως αντιπολίτευση.

Θα ήθελα με τρεις λέξεις να σας πω το εξής: το Δεκέμβριο του 2011 είχαμε πετύχει συναίνεση στο Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας λειτουργούσε πλέον. Λειτούργησε περίπου έξι χρόνια, ήταν επικεφαλής ο κ. Λυκουργιώτης που είναι εδώ και θέλω δημόσια να τον ευχαριστήσω για την πολύ ήρεμη, όπως πάντα και πολύ χαμηλού προφίλ δουλειά που κάνει. Πέτυχε η συνεννόηση στο Εθνικό Συμβούλιο και στη διακομματική επιτροπή και στην επιτροπή της Βουλής με πέντε κόμματα, εκείνη την εποχή μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ και το ΚΚΕ δεν είχαν συμφωνήσει για πρωτοβάθμια, δευτεροβάθμια, εισαγωγή το πανεπιστήμιο είχε ήδη προχωρήσει. Ήταν μια πολύ κρίσιμη στιγμή. Είχαμε συμφωνήσει Ν.Δ., ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ, Δημοκρατική Συμμαχία, ΛΑΟΣ εκείνη την εποχή, είχαμε συμφωνήσει όλα τα κόμματα. Ήταν έτοιμα τα νομοσχέδια και έπρεπε να κατατεθούν στη Βουλή. Το λέω γιατί έτσι γράφεται η ιστορία στην Ελλάδα. Πέφτει η κυβέρνηση Παπανδρέου, έρχεται η κυβέρνηση Παπαδήμου. Ο κ. Σαμαράς αποφασίζει να μην περάσει κανένα νομοσχέδιο εκτός από αυτά που είχαν να κάνουν με το PSI. Και τότε και αυτός είναι ο λόγος που ζήτησα να φύγω από το Υπουργείο παιδείας γιατί δεν έβλεπα τι λόγο είχε ένας Υπουργός ο οποίος δεν μπορούσε να κάνει απολύτως τίποτα σε συμφωνημένο απ’ όλα τα κόμματα. Αυτή η δουλειά δεν ήταν δουλειά εποχής Διαμαντοπούλου. Ήταν μια δουλειά που είχε πατήσει πάνω στην πάρα πολύ μεγάλη επεξεργασία που είχαν γίνει τα τελευταία 15 χρόνια.

Τα κείμενα της περιόδου Αρσένη, η δουλειά που είχε γίνει σε όλους τους τομείς. Η δουλειά που είχε γίνει επί Μαριέττας Γιαννάκου, ο εκπληκτικός νόμος Κακλαμάνη ο οποίος ακόμη και σήμερα είναι πάρα πολύ ουσιαστικός για τα σχολεία και την πρωτοβάθμια και τη δευτεροβάθμια με πολύ σημαντικούς θεσμούς. Επρεπε να πατήσει κανείς πάνω τους για να κάνει το επόμενο βήμα. Τίποτα δεν γεννιέται με παρθένο τρόπο. Η παρέμβασή μου και η επιμονή μου στο να το περιγράψω αυτό είναι ότι είμαι πεπεισμένη ότι εάν δεν συναινέσουμε και δεν βρούμε κάνοντας ο καθένας πίσω σε κάτι, την κοινή πορεία για τα επόμενα 10 – 20 χρόνια, τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Το ράβε ξήλωνε, η σισύφειος λογική θα συνεχίσει.

Και τελειώνω με δυο λέξεις για το θέμα των πανεπιστημίων. Όταν κάναμε τα Συμβούλια στη διοίκηση που ξέρω πόσες συγκρούσεις έχουν γίνει σε όλα τα επίπεδα, ήμασταν η 24η χώρα στους 27 που κάναμε τα συμβούλια στα πανεπιστήμια. Δεν υπήρχε χώρα που να μην τα έχει. Εκείνη την εποχή μόνο η Βουλγαρία και εμείς νομίζω ήμασταν. Μου είχε πει τότε η Δανέζα Υπουργός και ο Πορτογάλος που ήταν οι τελευταίοι που είχαν την εμπειρία, ότι χρειάζεται μια 10ετία, αλλά θα αρχίσει να δουλεύει αποτελεσματικά το σύστημα από τη στιγμή που πρύτανης και Πρόεδρος του Συμβουλίου θα έχουν καλή σχέση και θα μπορούν να λειτουργούν μαζί. Αυτή είναι η εμπειρία σε όλη την Ευρώπη.

Κυρίες και κύριοι, θα μπορούσε φυσικά να αποτελέσει ένα θέμα μόνο του τα πανεπιστήμια, αλλά πιστεύω βαθιά πλέον μετά από την εμπειρία αυτή, ότι εάν δεν αλλάξει το ελληνικό πανεπιστήμιο και εάν δεν αλλάξει βαθιά και έχει τις δυνατότητες να αλλάξει, γιατί έχει πολύ μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό και πολύ σημαντικό κεφάλαιο, δεν θα αλλάξει η χώρα. Αυτό το πανεπιστήμιο θα βγάλει τους δασκάλους, αυτό το πανεπιστήμιο θα βγάλει τις ελίτ. Αυτές οι ελίτ επί χρόνια αναπαράγουν τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας. Όλοι είμαστε προϊόντα αυτού του ελληνικού συστήματος με τα καλά του και τα κακά του. Όμως τώρα με την κρίση, με όλες τις εμπειρίες της μεταπολίτευσης, με την ανάγκη που έχουμε να κάνουμε ένα άλμα μπροστά, νομίζω ότι πρέπει να κατανοήσουμε όλοι πόσο ουσιαστικό είναι να προχωρήσουμε την αλλαγή στα πανεπιστήμια με ένα νόμο ο οποίος είναι σε εξέλιξη, ο οποίος φυσικά θα χρειαστεί αλλαγές. Το λέει μέσα ο νόμος ότι στα τρία τέσσερα χρόνια πρέπει να γίνουν αξιολόγηση και αλλαγές, αλλά ουσιαστικά να κάνει τα πανεπιστήμια ανοιχτά στον κόσμο, διεθνή, εξωστρεφή και κυρίως να δουλέψει γι’ αυτό που όλοι έχουμε αγωνία, δηλαδή το φοιτητή και την οικογένειά του.

Διαβάστε περισσότερα...

«Εθνική Ελλάδος γεια σου»

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου
Ένα Εθνικό Σχέδιο για την Ανασυγκρότηση της χώρας έχει τρεις βασικές ενότητες:
Τη διαπραγμάτευση του χρέους, τις βασικές μεταρρυθμίσεις που αφορούν οικονομία και κοινωνικό κράτος, την επιλογή, την ανάπτυξη των βασικών τομέων που αποτελούν το πλεονέκτημα της χώρας.

Η εθνική συνεννόηση στα παραπάνω, ένα σχέδιο δηλαδή σε βάθος δεκαετίας, θα ήταν το πραγματικά νέο στη πολιτική, το αντίθετο δηλαδή απ΄ότι έχει γνωρίσει η ελληνική ιστορία των εμφυλίων των διχασμών  και της ακραίας πόλωσης του «εμείς και άλλοι».

Το ελληνικό χρέος δεν είναι βιώσιμο, η διαχείριση του δεν αφορά μόνο εμάς, αλλά πιστεύω ότι μια ρεαλιστική και φιλόδοξη πρόταση προς όφελος του λαού μας, μπορεί να αλλάξει τα δεδομένα.

Επειδή η διαπραγμάτευση του χρέους είναι προ των πυλών, η συνεννόηση και η συναίνεση σε μία κοινή πρόταση μεταξύ Κυβέρνησης και Αντιπολίτευσης, είναι η βασική προϋπόθεση για να επιτύχουμε την αποδοχή της Ελληνικής Πρότασης που θα έχει αξιοπιστία και θα δίνει εγγυήσεις υλοποίησης της.
Μία πρόταση που θα την επεξεργαστούν αποκλειστικά οι σύμβουλοι ενός Υπουργού και θα κατατεθεί στους δανειστές, θα οδηγήσει απλώς, στην επιβολή αυτούσιας της πρότασης των δανειστών…ξανά!

Η διαπραγμάτευση απαιτεί «Εθνική Ελλάδος», η οποία θα πετύχει την τεχνική υποστήριξη διεθνών ινστιτούτων και οικονομολόγων και θα έχει πίσω της ισχυρή (εθνική και όχι κομματική πολιτική) βούληση.

Πρέπει, λοιπόν, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας σε κοινή σύσκεψη των Αρχηγών να σηματοδοτήσει την κοινή προσπάθεια για το χρέος και να συσταθεί Eθνική Eπιτροπή διαχείρισης του χρέους με πολιτικούς και τεχνοκράτες.

Η επιτροπή αυτή να ταξιδέψει, να ενημερώσει τις χώρες της Ευρωζώνης, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ και να εξηγήσει την ελληνική θέση με κύριο πλεονέκτημα την εθνική συναίνεση.

Μια Εθνική Ελλάδος για τη διαπραγμάτευση του χρέους είναι ίσως η αρχή μιας νέας περιόδου της Ελληνικής Δημοκρατίας που μπορεί να λειτουργήσει πρωτίστως με βάση το συμφέρον του λαού μας.

Ως τότε όμως, καλή επιτυχία στην άλλη Εθνική στη Βραζιλία.

** Το Δίκτυο www.todiktio.eu στο οποίο είμαι Πρόεδρος  έχει ήδη καταθέσει πρόταση από τον Μάρτιο 2014 σε συνεργασία με διεθνή ινστιτούτα και οικονομολόγους για την διαχείριση του χρέους.

 

Πηγή: Realnews

Διαβάστε περισσότερα...

Το μέλλον της Ευρώπης

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

Ομιλία
Άννας Διαμαντοπούλου
σε συζήτηση που διοργάνωσαν η Ελληνική Πανεπιστημιακή Ένωση Ευρωπαϊκών Σπουδών και το Ευρωπαϊκό Κέντρο Αριστείας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στο ΕΒΕΑ στις 12/05/2014 με θέμα:

«Το μέλλον της Ευρώπης»

Καταρχάς, νομίζω ότι έχει ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον η σημερινή εκδήλωση του Πανεπιστημίου, εάν σκεφτούμε ότι τα τελευταία τουλάχιστον 15 χρόνια είναι σχεδόν αδύνατο το πανεπιστήμιο να καλέσει πολιτικούς για να γίνει συζήτηση. Επομένως από μόνο του είναι κάτι πολύ ουσιαστικό .

Ο τίτλος της συζήτησης μας σήμερα είναι: «Για το μέλλον της Ευρώπης», και κάθε φορά που ακούω για το μέλλον, μου έρχεται στο μυαλό μια παροιμία που λέει: «κάνε με προφήτη να σε κάνω βασιλιά». Ιδίως, εάν κάναμε αυτή τη συζήτηση 30 χρόνια πριν, που δεν θα ξέραμε το ρόλο του internet και δεν θα μπορούσαμε ποτέ σήμερα να φανταστούμε ότι μόλις πριν από λίγους μήνες, το ΚΚ στην Κίνα πήρε απόφαση ότι κυρίαρχη προτεραιότητα για την Κίνα είναι οι μεταρρυθμίσεις για το άνοιγμα των αγορών και ότι ο πλέον σημαντικός παράγοντας για την ανάπτυξη της πρώτης φάσης του σοσιαλισμού στην οποία βρίσκεται είναι η ελεύθερη αγορά. Μπορούμε να κατανοήσουμε ότι είναι τέτοιες οι αλλαγές που έρχονται που πολύ δύσκολα κάποιος μπορεί να φανταστεί πως θα είναι 20 χρόνια ή 30 χρόνια μετά ο κόσμος. Αυτό, όμως, που μπορούμε να κάνουμε είναι να δούμε εμείς τι θέλουμε. Πώς θα θέλαμε την Ευρώπη, λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα και βέβαια να δούμε ποια είναι η αφετηρία μας, τι έγινε ως τώρα, τι θέλουμε για μετά και πού βρισκόμαστε σήμερα.

Έτσι θα ήθελα με λίγα λόγια να πω τι ήταν η Ευρώπη.

Ας ξεκινήσουμε από το τι ήταν τα 60 χρόνια Ευρώπης ως τώρα. Ένα μοναδικό πραγματικά πείραμα στην ανθρώπινη πολιτική ιστορία. Ήταν μια ιστορία ειρήνης σε μια ήπειρο η οποία ήταν ιστορικά ένα θέατρο πολέμου συνεχώς. Ήταν 60 χρόνια ευημερίας, ανάπτυξης της ισχυρότερης και μεγαλύτερης μεσαίας τάξης που γνώρισε ποτέ ο κόσμος.

Αναπτύχθηκαν τα κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα σε πρωτόγνωρο βαθμό πάλι για την ανθρώπινη ιστορία. Και δημιουργήθηκε αυτό που θα λέγαμε european dream σε σχέση με το american dream, όπου το european dream έχει μια συλλογική διάσταση. Δηλαδή η Ευρώπη ήταν ένα πρότυπο για τις άλλες χώρες, για τα άλλα σημεία του πλανήτη. Για όλα αυτά που σήμαινε το κοινωνικό κράτος, την ευημερία, τη μεσαία τάξη, τη δημοκρατία. Το american dream ήταν το ατομικό όνειρο. Ήταν ο καθένας μόνος του, πως μπορούσε να εξελιχθεί και να αναπτυχθεί. Η Ευρώπη ανέπτυξε το κοινωνικό κράτος που ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές, ακόμη και σήμερα, στην περίοδο της πιο βαθιάς κρίσης, είναι από τα καλύτερα στον κόσμο. Νομίζω ότι πάνω από την Ευρώπη είναι πια μόνο η Αυστραλία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς και οι πολύ μικρές χώρες που δεν μπορούν να συγκριθούν.

Στην εξωτερική πολιτική είχε επίσης μια ιδιαίτερη προσέγγιση. Η Ευρώπη δεν υπήρξε μια σκληρή δύναμη και από επιλογή και από ανάγκη γιατί δεν μπορούσε να υπάρξει συμφωνία, δεν ανέπτυξε ποτέ ισχυρή εξωτερική πολιτική στη βάση του να χρηματοδοτήσει αμυντικές αγορές, ή το να στείλει στρατό, ή το να φυλάξει σύνορα, ή του να παρέμβει σε κυβερνήσεις ώστε να τις στηρίξει και να επιλέξει καθεστώτα. Όμως έκανε κάτι ακόμη σημαντικό. Είναι αυτό που η ιστορία θα ονομάσει soft power. Το ονομάζαμε soft power, αλλά είναι μια ολόκληρη σχολή, που η Ευρώπη την ξεκίνησε με τη λογική της διεύρυνσης. Από έξι οι χώρες έγιναν 28 χώρες, οι οποίες όμως ενσωματώνονταν σταδιακά με μια πολύ ενδιαφέρουσα μέθοδο. Δηλαδή, δεν έμπαινε μια χώρα μέσα στην Ευρώπη αμέσως. Σιγά – σιγά άλλαζαν οι θεσμοί της, άλλαζε η οικονομία της, άλλαζαν οι λειτουργίες της και ενσωματώνονταν μέσα στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, έκανε την πολιτική γειτνίασης, με χώρες όπως η Τουρκία και η Ουκρανία, ας μην ξεχνάμε πώς ξεκίνησε η σύγκρουση στην Ουκρανία. Από το ότι η Ουκρανία βρέθηκε στο δίλημμα εάν θα επιλέξει να ενσωματώσει και να υλοποιήσει το ευρωπαϊκό σχέδιο για δημοκρατία, για θεσμούς, για διαφορετική λειτουργία της οικονομίας της, της κοινωνίας των πολιτών, των ατομικών δικαιωμάτων και ανάμεσα στο ρώσικο μοντέλο. Αυτή η προσέγγιση την οποία έκανε στη Βόρειο Αφρική, ας μην ξεχάσουμε, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση πως δούλεψε επί χρόνια στη Βόρειο Αφρική και πόσο πέτυχε, αλλά αυτό είναι μια πολύ διαφορετική εξωτερική πολιτική από αυτό που γίνονταν μέχρι τώρα σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η Ευρώπη παρά το ότι δεν ήταν η ισχυρότερη δύναμη στον κόσμο είχε το μεγαλύτερο ποσοστό αναπτυξιακής βοήθειας σταθερά επί 30 χρόνια στον κόσμο. όπου υπήρχε πρόβλημα η Ευρώπη ήταν η πρώτη χώρα η οποία παρενέβαινε.

Αυτή βεβαίως η πραγματικότητα δεν είναι ωραιοποιημένη, γιατί υπήρχαν πάρα πολλά προβλήματα, αλλά είναι ουσιαστικό πάντοτε να βλέπουμε συγκριτικά τα πράγματα και να δούμε συγκριτικά τα επιτεύγματα.

Η Ευρώπη για να τα κάνει αυτά, δημιούργησε ένα δικό της θεσμικό πλαίσιο, πρωτόγνωρο, όπου προσπάθησε να συνδυάσει τα εθνικά κράτη και την εθνική κυριαρχία με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, δημιουργώντας μια, αυτό που εγώ θα ονόμαζα, ισχυρά αδύναμη γραφειοκρατία. Ήταν μια γραφειοκρατία πάρα πολύ ισχυρή, πάρα πολύ μεγάλη, πάρα πολύ καλή από πλευράς ποιότητας, η οποία μπορούσε πραγματικά να πετύχει θαύματα. Και αδύναμη γιατί αυτή η ισχυρή γραφειοκρατία μπορούσε τελικά να επιβληθεί ελάχιστα και να ελέγξει τα ζητήματα - και είναι ένα από τα στοιχεία που μας οδήγησαν στην κρίση, γιατί αυτά που κοινά αποφασίσαμε, δηλαδή το Σύμφωνο Σταθερότητας και μια σειρά άλλων κανόνων, δεν μπόρεσε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και οι μηχανισμοί των Βρυξελλών, να τα ελέγξουν, να τα παρακολουθήσουν, ή να τα επιβάλουν, σύμφωνα με τη συνθήκη.

Από αυτή την Ευρώπη με τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που όλοι ξέρουμε, φτάσαμε στην κρίση. Θα μπορούσε να μιλάει κανείς πολύ ώρα για το ποιες ήταν οι αιτίες και πώς φτάσαμε στην κρίση. Επιλέγω, να πω δυο τρία πράγματα.

Η Ευρώπη τα τελευταία 20 χρόνια - χωρίς διαφοροποίηση ανάμεσα στα συντηρητικά και στα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε όλες τις χώρες - επέλεξε να αποδεχθεί την ελάχιστη ρύθμιση των αγορών. Ξεκινώντας από την Αμερική, το δόγμα έγινε αποδεκτό και στην Ευρώπη, έγινε μια ολόκληρη θεωρία η οποία συνεπήρε σοσιαλδημοκρατικά και συντηρητικά κόμματα, ότι μια καινούργια εποχή ξεκινούσε για τον πλανήτη με την ελευθερία κίνησης των κεφαλαίων. Η ελευθερία των χρηματοπιστωτικών αγορών η οποία έφτασε σε όρια να απειλεί τη δημοκρατία, ήταν μια από τις αιτίες που δημιουργήθηκαν οι φούσκες και που οι φούσκες αυτές χτύπησαν το τραπεζικό σύστημα, χτύπησαν τις ίδιες τις χώρες και οδήγησαν σε φαινόμενα τα οποία αρκετοί είχαν προβλέψει, αλλά κανένας δεν είχε πάρει σοβαρά.

Το δεύτερο σημαντικό στοιχείο είναι η ατελής οργάνωση της ευρωζώνης, η ατελής αρχιτεκτονική του ευρώ για την οποία έχουν ειπωθεί πάρα πολλά.

Το τρίτο ήταν ότι η Ευρώπη δεν μπόρεσε εγκαίρως να προχωρήσει στις μεταρρυθμίσεις στο κοινωνικό κράτος, το οποίο ήταν εμφανές, ακόμη κι αν δεν ενέσκηπτε η κρίση, ότι δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει ούτε το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα της Ευρώπης, αλλά ούτε και την αλλαγή στο μοντέλο παραγωγής και στο μοντέλο εργασίας. Η Ευρώπη συνεχίζει ακόμη και σήμερα με εξαίρεση τη Γερμανία και τις Σκανδιναβικές χώρες, να έχει ένα κοινωνικό μοντέλο το οποίο ανταποκρίνεται σε μια βιομηχανική οργάνωση, όχι σε υπηρεσίες και σε ένα δημογραφικό, το οποίο πραγματικά δεν έχει καμία σχέση με αυτό που ζούμε σήμερα.

Επίσης μέσα στην κρίση είδαμε τη θεσμική κατακρήμνιση της Ευρώπης. Οι θεσμοί της Ευρώπης, κατά την άποψή μου, δεν άντεξαν. Η κοινοτική μέθοδος, όπως αυτή περιγράφεται στη συνθήκη και όπως είναι η βάση με την οποία μπαίνει μια χώρα στην Ευρώπη, δεν λειτούργησε. Αντιθέτως, επικράτησε η διακυβερνητική προσέγγιση και δι’ αυτής η Γερμανία. Γίνεται όλη αυτή η συζήτηση για τη Γερμανία που επιβάλλεται στους άλλους λαούς, για το θέμα της εθνικής κυριαρχίας, αλλά πίσω της όλη αυτή η συζήτηση έχει κάτι πάρα πολύ ουσιαστικό. Το ότι το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπόρεσαν να υποστηρίξουν και να εφαρμόσουν τη συνθήκη. Δεν νοείται να αποφασίζει εμφανώς η Γερμανία και η Γαλλία πριν από κάποιο κρίσιμο Συμβούλιο, να ανακοινώνουν την απόφαση στους άλλους, να πηγαίνουν μέσα στο Συμβούλιο, να ψηφίζουν όλοι υπέρ, χωρίς ούτε ένα όχι. Ένα βέτο. Ένα βέτο θα μπορούσε να έχει αλλάξει τα δεδομένα…

Όμως, είναι η εποχή, θυμίζω το 2010, που υπάρχει απόλυτη πλειοψηφία των συντηρητικών κομμάτων και υπάρχουν τρία εκείνη την εποχή σοσιαλιστικά κόμματα. Ένα απ’ αυτά ήταν η Σοσιαλδημοκρατική Κυβέρνηση της Δανίας. Όταν ρώτησα τη Δανέζα Πρωθυπουργό γιατί δεν μπήκε η παραμικρή ένσταση σε ένα σχέδιο που το 2010 ήταν σαφές ότι είχε πολιτικό προσανατολισμό, μου είπε ότι υπήρχε τέτοιος πανικός στον δανέζικο λαό ότι οποιαδήποτε βοήθεια προς το νότο θα απειλούσε τα επιτεύγματα του βορρά, και οι ίδιοι οι πολιτικοί των χωρών αυτών φοβήθηκαν να αντιδράσουν.

Η κρίση και η αντιμετώπιση της κρίσης, έχει σχέδιο και έχει και πολιτικό πρόσημο. Δεν υπάρχει τίποτα που δεν έχει πολιτικό πρόσημο. Και ήταν το πολιτικό πρόσημο των συντηρητικών κομμάτων το 2010 που είχαν την απόλυτη πλειοψηφία και το οποίο στηρίζονταν σε πολύ συγκεκριμένο οικονομικό σχέδιο του Πανεπιστημίου Bocconi, το οποίο είχε παρουσιάσει τη θεωρία της δημοσιονομικής πειθαρχίας με λιτότητα και μετά από την αποκατάσταση της δημοσιονομικής πειθαρχίας να μπει η διαδικασία της ανάπτυξης και της αντιμετώπιση της ανεργίας. Η αντιμετώπιση της κρίσης μέσα από αυτό το σχέδιο έχει και τα θετικά και τα αρνητικά και κανείς δεν πρέπει να μηδενίζει, ώστε να μπορούμε να κάνουμε το επόμενο βήμα. Η αντιμετώπιση της κρίσης είχε και θετικά στοιχεία. Δηλαδή, το ότι δημιουργήθηκαν οι θεσμοί αυτοί που κανένας δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα δημιουργηθούν σε μηδέν χρόνο, ήταν ένα πολύ βαθύ ενοποιητικό στοιχείο της Ευρώπης. Οι θεσμοί, οι μεγάλες αποφάσεις για χρηματοδότηση των χωρών του νότου, το μεταρρυθμιστικό σχέδιο που μπήκε μπροστά σε πολλές χώρες, ήταν θετικά στοιχεία στην αντιμετώπιση της κρίσης. Η οικονομική προσέγγιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας ως κυρίαρχης και μόνης επιλογής, έφερε τα αποτελέσματα που έχουμε μπροστά μας και τα οποία βεβαίως είναι ότι το χρέος σε αντίθεση με το σχεδιασμό, δεν πάει καθόλου καλά. Σε καμία χώρα δεν πάει καλά το σχέδιο. Ούτε βεβαίως στην Ελλάδα, που είναι εκτός από κάθε πρόβλεψη. Όλη η ιστορία με τα ελλείμματα και το πρωτογενές πλεόνασμα, κατά την άποψή μου, είναι πάλι μια λογιστική προσέγγιση και για ακόμη μια φορά, ενώ την έχουμε πάθει με τις λογιστικές προσεγγίσεις, αποδεχόμαστε μια λογιστική προσέγγιση της παρουσίασης του πρωτογενούς πλεονάσματος και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, γιατί βολεύει για τις ευρωεκλογές και στην Ελλάδα, ως ένα θετικό στοιχείο ξεπεράσματος της κρίσης. Όταν δεν λέμε την αλήθεια, τη βρίσκουμε μπροστά μας. Το έχουμε δει πάρα πολλές φορές.

Η ανεργία δεν δείχνει σημάδια υποχώρησης και μάλιστα θέλει πάρα πολλά χρόνια για να φανεί κάποιο σημάδι υποχώρησης και αυτό κινδυνεύει να δημιουργήσει όχι μια, αλλά δυο γενιές εκτός αγοράς εργασίας.

Ποιο είναι το αποτέλεσμα αυτής της προσέγγισης; Βεβαίως θα πει κάποιος το μεγάλο επίτευγμα είναι ότι σώθηκε το ευρώ. Δεν είναι καθόλου δευτερεύον. Είναι πάρα πολύ σημαντικό ότι σώθηκε το ευρώ, γιατί μια κρίση στο ευρώ θα μπορούσε πραγματικά να αλλάξει σελίδα προς το χειρότερο για όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Αλλά δεν μπορούμε ως χώρα, ως πολιτικοί, ως ακαδημαϊκοί, να μη βλέπουμε την ανάγκη εμείς να προτείνουμε τις αλλαγές σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αυτά που γίνονται έχουν ως αποτέλεσμα ο ευρωσκεπτικισμός να φτάσει στα ύψη μαζί με τον αντιευρωπαϊσμό και να έχουμε τη βούληση μερίδας των πολιτών να επιστρέψουν στην ασφάλεια του εθνικού κράτους. Έχει ξαναέρθει στο δημόσιο διάλογο η έννοια της εθνικής κυριαρχίας και της εθνικής ανεξαρτησίας με εξαιρετικά λαϊκιστικό τρόπο, γιατί στην παγκοσμιοποίηση που ζούμε πρέπει να δούμε τι σημαίνει εθνική κυριαρχία.

Κι τίθεται το δίλημμα αν είσαι πιο ισχυρός όταν είσαι μόνος σου, ή εάν είσαι μέσα σε μια συνολικότερη οικογένεια η οποία υποστηρίζει και τα δικά σου συμφέροντα. Φανταστείτε, όμως, την Ελλάδα μόνη της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και την Ελλάδα μέσα από την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου μέσα στην απόφαση της Ευρωπαϊκής Ένωσης μπορεί να βάλει βέτο. Και μια σειρά άλλων πραγμάτων.

Στο σημείο αυτό πρέπει να δούμε πώς πάμε μπροστά.

Θα έλεγα ότι υπάρχουν δυο μεγάλες ενότητες για να πάμε στην επόμενη μέρα. Δυο σχολές σκέψης. Ακαδημαϊκές, πολιτικές, ακόμη και διοικητικές. Η μία λέει «το ευρώ έφτασε ως εδώ». Αρκετά. Δεν μπορεί να πάει παραπέρα. Μας έφερε εδώ που μας έφερε, τώρα πρέπει να διαλυθεί το ευρώ, να αποχωρήσουμε από το ευρώ. Οι χώρες να ξαναγυρίσουν στο εθνικό τους νόμισμα και να υπάρξει μια χαλαρή Ένωση. Υπάρχουν σοβαρές συζητήσεις γι’ αυτό. Στις περισσότερες χώρες υπάρχουν πέρα από τους κλόουν της πολιτικής σκηνής με τις μεγάλες επικοινωνιακές κροτίδες και σοβαρές αναλύσεις, γιατί θα πρέπει να πάμε σε αυτή την κατεύθυνση. Επειδή, εγώ θεωρώ ότι αυτό θα ήταν καταστροφική επιλογή, δεν σταματώ καθόλου και προχωράω στην επόμενη σχολή σκέψης. Η επόμενη σχολή σκέψης λέει «ναι στο ευρώ». Το ευρώ έφερε πολλά θετικά στην Ευρώπη. Σε παγκόσμιο επίπεδο είναι το ισχυρότερο νόμισμα αυτή τη στιγμή. Σε κάθε περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε πίσω. Έχουμε κάνει μια επιλογή και είμαστε εδώ. Το ευρώ όμως, και η Νομισματική Ένωση δεν μπορεί να συνεχίσει με τον τρόπο που ξέραμε μέχρι σήμερα. Δηλαδή, είναι σαφές ότι θα πρέπει να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές.

Ας ξεκινήσω από το σχέδιο εξόδου από την κρίση. Η απάντηση σε αυτό που συμβαίνει σήμερα πρέπει να είναι σαφής και έχουν αναπτυχθεί πολλές ιδέες και προτάσεις στο δημόσιο διάλογο από πανεπιστήμια από οικονομολόγους και πολιτικά κόμματα μέσα στη συζήτηση για τις ευρωεκλογές σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Το είδαμε αυτό όσοι παρακολουθήσαμε το debate των υποψηφίων Προέδρων της Επιτροπής, όσο το πήραμε χαμπάρι, βεβαίως, στην Ελλάδα, γιατί η Ελλάδα λόγω της αδυναμίας, ή της άρνησης του κ. Τσίπρα να συμμετάσχει στο debate, χάνει μια πολύ σημαντική ευκαιρία να έβαζε κάποια ζητήματα στο διάλογο.

Η έξοδος από την κρίση αφορά πολλά ουσιαστικά ζητήματα που έχουν να κάνουν και με την αλλαγή της Ευρώπης. Φυσικά και χρειάζεται δημοσιονομική εξυγίανση και φυσικά χρειάζεται και δημοσιονομική πειθαρχία. Ξέρουμε πολύ καλά ότι όλα είχαν ξεφύγει από κάθε έλεγχο. Όμως, ιδιαίτερα στην τόσο βαθιά κρίση που ζούμε τώρα, αυτό πρέπει να συνοδευτεί από ένα σχέδιο δημοσίων επενδύσεων σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ήδη από το 2002 υπάρχει ένα πολύ σοβαρό σχέδιο επενδύσεων 15ετούς διάρκειας στην Ευρώπη με συνδυασμό δημοσίων και ιδιωτικών πόρων, που αφορά όλα τα μεγάλα δίκτυα. Σιδηροδρόμων, αυτοκινητοδρόμων, αεροδρομίων, τηλεπικοινωνιών, που θα μπορούσαν πραγματικά να αλλάξουν το τοπίο μέσα από πολύ σημαντικά κονδύλια και δημόσια έργα. Θα έπρεπε να αλλάξει και να δούμε το νέο ρόλο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η Ευρωπαϊκή Τράπεζα έπαιξε πολύ ουσιαστικό ρόλο λόγω της πολιτικής πρωτοβουλίας του Μάριο Ντράγκι, ο οποίος έπαιξε ένα ιστορικό ρόλο που δεν τον έπαιξαν οι πολιτικοί. Αλλά η ίδια η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να μπορέσει να κόβει χρήμα, όπως το κάνει η Αμερικανική Τράπεζα για να αντιμετωπίσει το θέμα της ρευστότητας. Πολλοί λένε ότι το κάνει έμμεσα κλπ. Ναι, το κάνει έμμεσα, αλλά δεν έχει αντιμετωπιστεί το πρόβλημα της ρευστότητας και όχι μόνο στην Ελλάδα.

Η τραπεζική ενοποίηση με πραγματικούς όρους, η εξασφάλιση των αποταμιεύσεων, αλλά και το λίγο ή πολύ ίδια επιτόκια για όλες τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, ώστε να υπάρξει ένας σωστός ανταγωνισμός στην Ευρώπη, σε μια Ευρώπη που οι γερμανικές εταιρείες δανείζονται με 2,5% και οι ελληνικές με 8,5%. Άρα είναι μια πολύ ουσιαστική πολιτική που πρέπει να επιλεγεί, γιατί πραγματικά είναι αδικία από ένα σημείο και μετά να συγκρίνεις νότο και βορρά, όταν έχεις τόσο σοβαρά προβλήματα στο τραπεζικό σύστημα.

Είναι το θέμα του προϋπολογισμού. Απλά να πω ένα νούμερο. Ο προϋπολογισμός της Ευρώπης είναι 1% και των ΗΠΑ είναι 27%. Δηλαδή η αναδιανομή είναι τόσο διαφορετική. Βεβαίως, εκεί έχουμε μια κανονική ομοσπονδία, αλλά είναι πολύ ουσιαστικό να μεγαλώσει ο προϋπολογισμός της Ευρώπης και βεβαίως το θέμα των ισχυρών ευρωπαϊκών θεσμών.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η τελευταία Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχω την αίσθηση ότι υπήρξε η πιο αδύναμη Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι Επίτροποι λειτούργησαν περισσότερο ως Διευθυντές των Διευθύνσεών τους και λιγότερο ως πολιτικά πρόσωπα. Και γι’ αυτό έχει ευθύνη και ο Πρόεδρος και η ίδια η Επιτροπή, αλλά βεβαίως και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το οποίο σχεδόν ευνούχισε τους άλλους δυο θεσμούς (Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο). Εν τέλει, ευθύνη έχουν και τα πολιτικά κόμματα που συμμετέχουν στην Ευρώπη, γιατί επαναλαμβάνω, δεν είναι θέμα πολιτικής βούλησης να έχουμε μια ισχυρή Επιτροπή. Το λέει η Συνθήκη.

Το «δικαίωμα πρωτοβουλίας» το έχει μόνο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Είναι, όμως, τώρα πέντε χρόνια που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν έχει ασκήσει το δικαίωμα της πρωτοβουλίας. Αποφασίζουν, στην αρχή η Μέρκελ και ο Σαρκοζί, μετά η Γερμανία μόνη και ερχόταν στο Συμβούλιο η απόφαση τους, το Συμβούλιο κατόπιν αποφάσιζε και η Επιτροπή εκτελούσε. Δηλαδή, έγινε μια αναστροφή της λειτουργίας των ευρωπαϊκών θεσμών.

Υπάρχουν 2 ακόμα σκέψεις όπως η περαιτέρω σύνδεση με τα Εθνικά Κοινοβούλια και η δυνατότητα για άμεση εκλογή του Προέδρου. Βεβαίως, είναι πολύ ενδιαφέρουσες σκέψεις. Πρέπει όμως, να ξεκινήσουμε από το να εφαρμόσουμε τη Συνθήκη και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί να αρθούν στο ύψος του ρόλου τους, ώστε να εκπροσωπούν τα ευρωπαϊκά συμφέροντα συνθέτοντας τα εθνικά. Γιατί αυτό είναι η λογική των ευρωπαϊκών θεσμών.

Η τελευταία παρέμβασή μου στο τι Ευρώπη θα θέλαμε, είναι η δημιουργία της ευρωπαϊκής ταυτότητας ως μια δεύτερη ταυτότητα. Να συνειδητοποιήσουμε μέσα και από γνώση και από βίωμα, ότι είμαστε Έλληνες και Ευρωπαίοι, Γερμανοί και Ευρωπαίοι, Ιταλοί και Ευρωπαίοι.

Εδώ έχουν γίνει πολλές συζητήσεις. Θα σας πω κάτι που το ακούω τα τελευταία 15 χρόνια και για το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει συμφωνία επί της αρχής. Να γίνει ένα μικρό βιβλιαράκι που να πάει σε όλα τα σχολεία, σε μια τάξη του Γυμνασίου όλων των χωρών και να είναι το βιβλίο με την ιστορία της Ευρώπης. Τρέμουν όλοι στην ιδέα ότι είναι εφικτό να συμφωνήσουμε στην ιδέα της Ευρώπης. Γιατί δεν είμαστε μόνο εμείς με την Τουρκία που έχουμε προβλήματα. Σκεφτείτε Ουγγαρία, Πολωνία, Αυστρία, Γερμανία, Ιρλανδία, Βρετανία. Εκεί, λοιπόν, αρχίζει ο φόβος. Όμως, είναι πάρα πολύ ουσιαστικό να δούμε και τα επιτεύγματα αυτής της ηπείρου, ως κοινή παρακαταθήκη και να ξεκινήσουμε από την αίσθηση του συν-ανήκειν, γιατί βεβαίως τα πολιτισμικά στοιχεία είναι πολλά, διαφορετικά και ουσιαστικά.

Τελειώνω, λέγοντας ότι συνήθως μιλάμε για περισσότερη ή για λιγότερη Ευρώπη. Δεν ξέρω εάν είναι ποσοτικό το ζήτημα. Κατά την άποψή μου είναι και ποσοτικό. Χρειαζόμαστε περισσότερη Ευρώπη, αλλά σίγουρα καλύτερη και πιο σωστά οργανωμένη και με συγκεκριμένη στόχευση. Όμως, θα πω τρία βασικά πράγματα. Χωρίς Ευρώπη, χωρίς τη μεγάλη Ευρώπη, ακόμη και η Γερμανία δεν θα μπορούσε να είναι μεγάλη δύναμη.

Η Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι μια ασπίδα για όλες τις χώρες και πολύ περισσότερο για τις μικρές, για τις αδύναμες.

Δεύτερο. Η Ευρώπη μας δίνει μια πολύ ουσιαστική κοινή βάση που είναι η δημοκρατία, τα κοινωνικά δικαιώματα, τα ατομικά δικαιώματα, η πολιτισμική βάση που έχει να κάνει με την αρχαία Ελλάδα, τη ρωμαϊκή εποχή, το χριστιανισμό, το διαφωτισμό. Αυτό το συναντάς σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Είναι η οικογένεια στην οποία ανήκουμε.

Και το τρίτο και πιο σημαντικό είναι το κοινωνικό κράτος. Το οποίο είναι ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ανθρώπινη ιστορία. Οι σύνταξεις, το σύστημα υγείας, το δημόσιο σύστημα εκπαίδευσης.

Αυτό λοιπόν το θέμα της ασπίδας, της οικογένειας και της κοινής στέγης, είναι τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ευρωπαϊκό όραμα που θα μπορούσε να απαντήσει στους νέους ανθρώπους, γιατί θέλουμε περισσότερη, αλλά κυρίως γιατί θέλουμε την Ευρώπη.

 

 

Διαβάστε περισσότερα...

Ο μίτος εξόδου από τον λαβύρινθο

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

 

«...για να υπερβούμε τη βαθιά κρίση των ημερών μας, θα έπρεπε να καταλάβουμε ότι τελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος (...) και να δεχτούμε ότι το καλύτερο βάλσαμο είναι το πικρό χαμόγελο της κατανόησης (...) αυτό είναι ίσως για εμάς τους Ελληνες ακατόρθωτο».
Καθηγητής Γ. Β. Δερτιλής

Οι δημοσιονομικές εξελίξεις του 2014 έχουν έναν αναμφισβήτητα ισχυρό συμβολικό χαρακτήρα για την Ελλάδα, γι’ αυτό ο εύκολος μηδενισμός είναι απαράδεκτος. Τα τρία ουσιαστικά προβλήματα, όμως, δηλαδή το μη βιώσιμο του χρέους, η τεράστια ανεργία και η μείωση των εξαγωγών (σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στις άλλες μνημονιακές χώρες), δείχνουν το ανεύθυνο των κυβερνητικών πανηγυρισμών, αλλά και την ανάγκη να δράσουμε επιτέλους ανατρεπτικά, ουσιαστικά και όχι μονίμως με το βλέμμα στις εκλογές.

Ο ορθολογισμός, το μέτρο και η συναίνεση δεν υπήρξαν ποτέ τα δυνατά μας στοιχεία, ούτε στη σύγχρονη ούτε στη παλαιότερη ιστορία μας, ενώ εύκολα καταφεύγουμε σε πολώσεις και διχασμούς. Σήμερα, με τα όσα δραματικά βιώνουμε, που άλλαξαν ζωές και αφανίζουν μια γενιά, ανατρέπονται αντιλήψεις και βεβαιότητες, Τώρα λοιπόν, λαός και πολιτικοί (που στη Δημοκρατία αυτοί έχουν την ευθύνη των αποφάσεων) να συμφωνήσουμε στους βασικούς στόχους και στα εργαλεία για να τους πετύχουμε. Η εθνική συνεννόηση είναι το πραγματικά ΝΕΟ που μπορεί να ανασηματοδοτήσει την πολιτική.

Εργο πολιτικά και τεχνικά δύσκολο, γιατί η συναίνεση δεν είναι απλή υπόθεση. Είναι ταυτόχρονα πολιτική αντίληψη, στρατηγική διακυβέρνησης και τεχνική οργάνωσης και συμφωνίας σε διαδικασίες και θέσεις, κάτι που δεν μάθαμε ποτέ στο σχολείο, στην οικογένεια, στην κοινωνική μας ζωή.

Σήμερα που, όχι αναίτια, το πολιτικό σύστημα έχει κατακερματιστεί, η συναίνεση αποτελεί εθνική αναγκαιότητα. Μία χώρα, πόσο μάλλον σε κρίση, δεν μπορεί να κυβερνηθεί από μια μειοψηφία του περίπου 25%, ούτε από συγκυριακές συνεργασίες, χωρίς αναλυτικά επεξεργασμένο πρόγραμμα.

Αντί λοιπόν οι ηγεσίες να προβάλλουν μόνο τα σημεία διαφοροποίησης και σύγκρουσης, όλοι θα πρέπει να αναζητήσουν και τα σημεία σύγκλισης. Εκεί θα βασισθεί η σύνθεση προτάσεων και η δέσμευση για την εφαρμογή τους. Είναι εφικτό, όταν η μεγάλη πλειοψηφία δέχεται για το εθνικό συμφέρον, ως αυτονόητο, την Ευρώπη, ένα νέο μη κρατικό παραγωγικό μοντέλο, ένα δίκτυο κοινωνικής προστασίας πρώτα απ’ όλα για τους πραγματικά αδύναμους, την έμπρακτη πίστη στους δημοκρατικούς θεσμούς, τη δημοκρατία με αξιοκρατία και χωρίς πελατειακές σχέσεις.

Αλλά γίνεται ανέφικτο, όταν επιμένουμε σε δογματισμούς, κομματοκρατία, έξωθεν επιβεβλημένες πολιτικές και λύσεις του ποδαριού (που ταλαιπωρούν τη χώρα από το 1828 μέχρι σήμερα), στο άσπρο-μαύρο, το εμείς και εσείς, που τελικά στοχεύουν στο εγώ, σε όλα τα επίπεδα!

Ολοι ανεξαιρέτως αποθέτουν πλέον ελπίδες στην ανάπτυξη και όλοι πλέον αναφέρονται στην ανάγκη εθνικού σχεδίου. Αυτά όμως δεν είναι ευχάριστα λόγια και beautiful faces. Δεν είναι προεκλογικές υποσχέσεις, πρόταση ενός κόμματος ή ανακοίνωση ενός πρωθυπουργού. Σημαίνει διάθεση συνεννόησης, προτάσεις σαφείς και με γωνίες, κατάθεση σχεδίου, οργανωμένη διαβούλευση και πρόσκληση σε όλους για συμφωνία στα σημεία. Από κει και πέρα ο καθένας αναλαμβάνει τι ευθύνες του.

Πιστεύω βαθιά στην εθνική συνεννόηση, στις συναινετικές διαδικασίες, και το απέδειξα στην πράξη, για αποφάσεις που είχα την ευθύνη. Γι’ αυτό και θεωρώ ότι μπορούν να συνεννοηθούν κόμματα και κινήσεις πάνω σε βασικούς άξονες. Εδώ θα κριθούν οι πολιτικές ηγεσίες για τις θέσεις τους, Εδώ θα κριθεί η κυβερνησιμότητα. Ετσι θα διαμορφωθεί η ΝΕΑ σύνθεση του πολιτικού τοπίου

Τον κορμό ενός Εθνικού Σχεδίου Ανασυγκρότησης της χώρας με βάθος δεκαετίας, προτείνουμε να αποτελέσουν τρεις βασικοί άξονες που αφορούν:

Ο πρώτος την πρόταση διαχείρισης του χρέους και την επίτευξη της βιωσιμότητάς του. Αυτό δεν είναι απλώς μία πρόταση του υπουργού στο Ecofin, ούτε καν του Υπουργικού Συμβουλίου. Υπάρχουν ρεαλιστικές προσεγγίσεις που μπορούν να επιτύχουν μεγάλη συναίνεση εσωτερικά, υποστήριξη από διεθνή ινστιτούτα και, εντέλει, καλύτερη διαπραγματευτική εθνική θέση.

Ο δεύτερος αφορά τη θεσμική αναμόρφωση. Επιχειρήθηκαν αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, αλλά σε όλους σχεδόν τους τομείς παραμένει η παθογένεια που θέλει ως επίκεντρο των πάντων το κράτος και το κυβερνών κόμμα (κόμματα). Συμφωνία επί των αρχών και ριζικές αλλαγές χρειάζονται κατ’ αρχήν σε θεμελιώδεις τομείς: στο πολιτικό σύστημα, στη Δικαιοσύνη, στη δημόσια διοίκηση, στο φορολογικό σύστημα, στο ασφαλιστικό-προνοιακό.

Ο τρίτος άξονας αφορά τους τομείς/προτεραιότητες ανάπτυξης της χώρας, την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου και την προσέλκυση κεφαλαίων.

Ολοι με τον α΄ ή β΄ τρόπο αναφέρονται σε αυτά, όμως είναι πεποίθησή μου ότι δεν αρκούν οι γενικές προσεγγίσεις, ούτε οι μονομερείς πρωτοβουλίες. Χρειάζονται όλοι και όλα.

Γι’ αυτό και τους τελευταίους μήνες το «ΔΙΚΤΥΟ για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη» ανέλαβε συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, σε συνεργασία με ξένα ινστιτούτα, αλλά και με σημαντικούς Ελληνες από ένα ευρύτατο πολιτικό φάσμα, για να συγκεκριμενοποιήσουμε τα σημεία ενός ελάχιστου κοινού παρονομαστή, για το Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης.

Να φτιάξουμε δηλαδή τον μίτο που θα μας βγάλει από τον λαβύρινθο της κρίσης.

Το σύνολο της πρότασης με ειδικές αναφορές έχει αποσταλεί σε κόμματα και πολιτικές κινήσεις, και θα παρουσιαστεί για δημόσια συζήτηση αμέσως μετά τις ευρωεκλογές. Για όποιον ενδιαφέρεται υπάρχει στο: http://www.todiktio.eu

Είμαστε όλοι Ελληνες και αγαπάμε αυτή την πατρίδα! Αν δεν μπορούμε να τα βρούμε μεταξύ μας στα βασικά, αν δεν έχουμε συμφωνημένο δικό μας ελληνικό σχέδιο, τι έχουμε να περιμένουμε πάλι από τους ξένους; Τι να διαπραγματευτούμε, τι να επιδιώξουμε, τι να επιτύχουμε;

πηγή: kathimerini.gr

Διαβάστε περισσότερα...
"Ο Βασίλης Παπάζογλου υπήρξε: ως καθηγητής παράδειγμα για τους φοιτητές και τους συναδέλφους του. Ως κρατικός λειτουργός οραματιστής, δημιουργός και πρότυπο αφοσίωσης στο δημόσιο συμφέρον. 
 
Η συνεισφορά του στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση της χώρας είναι μοναδική!
 
Η Πατρίδα έχασε ένα σπουδαίο επιστήμονα, η οικογένειά του έναν υπέροχο άνθρωπο και όλοι εμείς έναν αναντικατάστατο φίλο."
Διαβάστε περισσότερα...

 

Ευχαριστώ τον κ. Ανδριανόπουλο και το Ινστιτούτο Διπλωματίας γι’ αυτή την πρόσκληση και χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι στο πάνελ με τη Μαριέττα Γιαννάκου, μια πολιτικό που εκτιμώ και που στη βασική μου ομιλία για το νόμο στη Βουλή, έκανα συγκεκριμένη αναφορά για την προσπάθεια που έκανε και για τις μάχες που έδωσε σε δύσκολες εποχές.

Θα ξεκινήσω κάπως ανεκδοτολογικά, κάνοντας δυο σχόλια και διανθίζοντάς τα με δυο γεγονότα: Ο χώρος της παιδείας, η πολιτική και οι μεταρρυθμίσεις έχουν πάντοτε από πάνω τη σκιά του πολιτικού κόστους.

Εάν, σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση και σε οποιοδήποτε Υπουργείο το πολιτικό κόστος είναι κάτι υπολογίσιμο, στο Υπουργείο Παιδείας είναι τερατώδες. Γιατί είναι πολύ μεγάλα τα μεγέθη. Κάνεις κάτι που θίγει τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας και της Πρωτοβάθμιας; Είναι 200.000 εκπαιδευτικοί. Αν σκεφθείτε ότι είναι επί δύο στην οικογένειά τους, ότι επηρεάζουν τις οικογένειες των μαθητών τους, φτάνεις στο ένα εκατομμύριο αμέσως… Έχει ξεσηκωθεί η κοινωνία. Κάνεις κάτι στο Πανεπιστήμιο; Θίγεις τους Καθηγητές των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ που είναι 11.000 άνθρωποι, είναι 11.000 opinion makers; Αμέσως γίνεται μια έκρηξη. Επομένως, οτιδήποτε κάνεις είναι πολύ πιο δύσκολο.

Όταν ανέλαβα ζήτησε να με δει την ίδια μέρα ο Στέφανος Μάνος. Με παίρνει στο τηλέφωνο, μου λέει «θέλω να σε δω σήμερα, δε θέλω αύριο, αύριο δε θα έρθω». Λέω «έλα». Έρχεται, μου λέει «θέλω να σου πω κάτι να το θυμάσαι και από κει και πέρα κάνει ό,τι θέλεις. Έχεις δυο επιλογές: Η μία να κάνεις πράγματα και να μην εκλεγείς. Η άλλη, να μην κάνεις πράγματα και να περάσεις απλώς όπως πάρα πολλοί άλλοι».

Το δεύτερο σχόλιό μου έχει να κάνει με την «βία» που εμπεριέχει η σύγκρουση στην εκπαίδευση. Έχω εμπειρία από πολλές συγκρούσεις στην πολιτική μου ζωή, έτυχε να είμαι από το χώρο της Κοζάνης όταν έκλεισαν μεγάλες βιομηχανίες, με τα Συνδικάτα των ναυπηγείων, με τα Συνδικάτα των πλοίων, δηλαδή είχα εμπειρία από πολύ μεγάλες συγκρούσεις.

Καμία σύγκρουση στην πολιτική μου ζωή δεν είχε τη «βία» και το βάθος της βίας που είχε η σύγκρουση με τα Πανεπιστήμια. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψιν στις αναλύσεις μας. Θα πω λοιπόν πάλι ένα μικρό γεγονός:

Μετά πια από τις άπειρες συναντήσεις όπου συμμετείχαν οι, Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις κτλ. σ’ ένα μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε ένας Αντιπρύτανης όρθιος, και είπε: «Άκου να σου πω, αυτό το νόμο δε θα τον φέρεις, αλλά αν τον φέρεις, θα βγεις από δω μέσα «οριζόντια». Δεν υπήρξε καμία αντίδραση. Του είπα: «Κοίταξε, δε μασάω. Ο νόμος θα έρθει».

Το ίδιο βράδυ μου έρχεται από το Youtube ένα βιντεάκι που το βρήκε ένας φίλος από το Πανεπιστήμιο, όπου ήταν η Γιαννάκου έξω από τη Βουλή και κάτι της έλεγαν σε μια πολύ οργισμένη κατάσταση και λέει εκείνη: «Εγώ στέλνω ένα μήνυμα: Δε μασάω».

Η σύγκρουση, λοιπόν, και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει ν’ αντιδράσει κανείς, έχει πολλές διαστάσεις. Πρέπει να υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο. Πρέπει να κάνεις μια σύγκρουση που ν’ αξίζει τον κόπο. Δηλαδή να κάνεις τη σύγκρουση, αλλά να έχει ένα αποτέλεσμα για να προκύψει μια αλλαγή στο τέλος.

Το πρώτο λοιπόν και ουσιαστικό σχόλιό μου είναι ότι η μεταρρύθμιση στην Τριτοβάθμια δε μπορεί να είναι κάτι μεμονωμένο. Έχει προφανώς να κάνει με την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια. Υπάρχουν πάρα πολλές συνδέσεις, το καταλαβαίνουμε όλοι, ο κύκλος ανοίγει και κλείνει, έχει να κάνει με την αγορά εργασίας και τις ιδιαιτερότητες της αγοράς εργασίας, με την περιφερειακή οργάνωση της χώρας και πώς λειτουργεί ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο.

Έχει να κάνει με την οικονομική κατάσταση και την ανάπτυξη, αν είναι εξωστρεφής, αν είναι εσωστρεφής, πώς λειτουργεί αυτή η χώρα και το οικονομικό της περιβάλλον και πάρα πολλά άλλα πράγματα που θα μπορούσαμε να πούμε. Είναι στην καρδιά πολλών πραγμάτων μια μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια.

Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι η διεθνής εμπειρία λέει ότι κάθε μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια παντού είναι συγκρουσιακή, δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Είχε γίνει μία Επιτροπή από 11 από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον κόσμο οι οποίοι είχαν την εμπειρία να είναι Πρόεδροι Πανεπιστημίων, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς έχουν υπάρξει και Υπουργοί Παιδείας με μεταρρυθμίσεις.

Η εμπειρία λέει ότι είναι ανέφικτο να υπάρξει χώρα χωρίς σύγκρουση στην Τριτοβάθμια Παιδεία, αλλά από τη στιγμή που γίνεται μια μεταρρύθμιση και αρχίζει με συνέπεια να υλοποιείται, χρειάζεται 10 με 15 χρόνια για να έχει αποτελέσματα αυτή, στην οικονομία και στην ανάπτυξη.

Όταν λοιπόν εμείς επί δεκαετίες δεν έχουμε κανενός είδους σταθερότητα και ίσως μάλλον πάμε και προς τα πίσω, καταλαβαίνουμε ποια είναι η επίπτωση της Τριτοβάθμιας στην ανάπτυξη και στην οικονομία της χώρας. Και η κρίση που έχουμε δεν είναι καθόλου άσχετη με την κατάσταση στην Τριτοβάθμια Παιδεία.

Είναι αλήθεια ότι πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν του πολλές παραμέτρους σε μία μεταρρύθμιση. Είχε γίνει τότε η προσπάθεια να παρουσιαστεί μια συνολική μεταρρύθμιση, λαμβάνοντας υπ' όψιν έναν διάλογο που είχε ξεκινήσει για την παιδεία αρκετά χρόνια πριν με το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, ενσωματώνοντας όλη αυτή τη δουλειά που είχε γίνει. Να γίνει κάτι συνολικό.

Συνολικό σημαίνει ότι πρέπει να συγκρουστείς ταυτόχρονα με πάρα πολλά επίπεδα. Το ερώτημα είναι πάντοτε: Τα κάνω σταδιακά; Πρέπει να γίνει πρώτα κάτι, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο μετά να εφαρμοστεί, να υλοποιηθεί και μετά να πάμε σε κάτι άλλο; Να δούμε πρώτα την Πρωτοβάθμια, να περάσουν κάποια χρόνια, να πάμε μετά στην Τριτοβάθμια;

Αυτό τουλάχιστον εμένα με απασχόλησε πάρα πολύ, το πώς οργανώνεται η διαδικασία των μεταρρυθμίσεων και είπαμε ότι θα ξεκινήσουν όλα μαζί: Η χώρα είναι σε κρίση, πρέπει να πάμε σε μεταρρυθμίσεις, στην Πρωτοβάθμια, στη Δευτεροβάθμια, στην Τριτοβάθμια, γιατί δε μπορεί να μείνει το καράβι στάσιμο.

Έρχομαι λοιπόν στη Τριτοβάθμια: η Ελλάδα, ήταν η μόνη χώρα που δεν είχε υποδεχθεί τη «Μπολόνια». Ξέρετε, δε μπορεί να γίνει κατανοητό από κανέναν αυτό. Ηταν όλες οι χώρες της Ευρώπης εκτός από την Ελλάδα. Εκτός από τις 27 χώρες της Ευρώπης, μέχρι η Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν είχαν ζητήσει να μπουν. Γιατί; Γιατί ήθελαν όλοι να προσαρμόσουν τα Πανεπιστήμιά τους στα διεθνή standards.

Εδώ η Μπολόνια ήταν κάτι τρομερό. Δηλαδή η «Μπολόνια» ήταν κάτι που αριστεροί, δεξιοί, ΠΑΣΟΚοι, οι πάντες, ήταν αρνητικοί. Όπου η βασική λογική ήταν ότι θα ερχόταν αυτό το ξένο σύστημα να φέρει τις επιχειρήσεις στα Πανεπιστήμια. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα! Ποιες επιχειρήσεις θα φέρει στα Πανεπιστήμια η διαδικασία της «Μπολόνια»…

Αυτό λοιπόν είναι ένα πολύ κεντρικό στοιχείο γιατί στη χώρα μας είναι τέσσερα τα πολύ μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και φυσικά δεν αλλάζουν εύκολα: Το ένα είναι το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δημιουργεί πολλά προβλήματα στη λειτουργία των Πανεπιστημίων. Το ότι είναι Δημοσίου Δικαίου το Πανεπιστήμιο, είναι κάτι που το κάνει να λειτουργεί σαν Δημόσια Υπηρεσία. Και αρκετά άλλα πράγματα που έχουν να κάνουν με την αποκέντρωση.

Είναι ο δογματισμός, ο οποίος είναι πάρα πολύ βαθύς και όταν λέμε δογματισμός στο χώρο των Πανεπιστημίων, πρέπει να σκεφτούμε τα πάντα. Το πώς ερμηνεύουμε τη δημοκρατία, το πώς ερμηνεύουμε την ελευθερία έκφρασης, το πώς ερμηνεύουμε τη διεθνοποίηση.

Όλα αυτά τα ζητήματα έχουν άλλου είδους φόρτιση στην Ελλάδα από αυτήν που έχουμε στις περισσότερες χώρες. Και πάντοτε υπάρχει η ιστορική ερμηνεία ότι εμείς περάσαμε από τη χούντα και είχαμε υποφέρει. Μα και η Ισπανία είχε χούντα, και η Πορτογαλία είχε χούντα. Και άλλες χώρες είχαν χούντα.

Αυτός ο δογματισμός είναι πάρα πολύ βαθιά ριζωμένος. Και δεν αλλάζει μ’ ένα νόμο. Κι για αυτό πρέπει ν’ αλλάξει και η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια και η Τριτοβάθμια για να μπορείς να πεις ότι θα αλλάξει το σύστημα.

Σήμερα, το παιδάκι στο Δημοτικό ξεκινά να κλειδώνει την πόρτα και να βγαίνει από την αίθουσα κάνοντας αντίσταση, στο Γυμνάσιο να καταλαμβάνει το σχολείο, στο Λύκειο να μουτζουρώνει τους τοίχους και να χτυπάει τον καθηγητή του, στο Πανεπιστήμιο να «χτίζει» πόρτες. Αυτή η συμπεριφορά έγινε ένας τρόπος ζωής και μια κουλτούρα με την δική της ερμηνεία της, με την πολιτική της αποδοχή…

Πώς αλλάζει αυτό; Αλλάζει μέσα από συνολικές αλλαγές, όλων των ειδών των δομών, θέλει χρόνο, θέλει σιδερένια πολιτική βούληση, δηλαδή θέλει ανθρώπους αποφασισμένους να το πάνε μέχρι το τέλους και θέλει πεφωτισμένες ηγεσίες στο χώρο των Πανεπιστημίων.

Το ερώτημα είναι πού πάμε τώρα. Έχουμε ελπίδα, θ’ αλλάξει κάτι ειδικά μέσα στην κρίση; Και με τους ανθρώπους να είναι πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι στο παρελθόν; Αφού τώρα και οι πανεπιστημιακοί και οι εκπαιδευτικοί και οι φοιτητές ζουν και προσωπικά πάρα πολλές δύσκολες στιγμές.

Υπήρχαν τρεις μεγάλες ενότητες. Η μία ήταν το θέμα διοίκησης. Η μεγάλη επιλογή και η μεγάλη σύγκρουση ήταν να πάμε από τη συνδιοίκηση στη διοίκηση. Προσέξτε: δεν υπάρχει ούτε μία χώρα στον κόσμο που οι φοιτητές να εκλέγουν τους Πρυτάνεις.

Είναι ένα σύστημα που αντιμετωπίζει τον Πρύτανη ως Δήμαρχο ή ως Νομάρχη. Αυτή τη λογική δίνει στο Πανεπιστήμιο. Αυτό, για τη μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών, ήταν συνώνυμο με τη δημοκρατία. Και θέλω να πιστεύω ότι ήταν καλοπροαίρετο, ότι το πίστευαν αυτό το πράγμα. Όμως, αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη σύγκρουση. Έπρεπε να σταματήσει η συνδιοίκηση.

Η εισαγωγή του θεσμού των Συμβουλίων εδώ θεωρήθηκε ως κάτι το επαναστατικό. Από τις 27 χώρες της Ευρώπης οι 25 εδώ και 9 χρόνια έχουν Συμβούλια. Η τελευταία εδώ και 9 χρόνια, γιατί οι περισσότερες το είχαν από πάρα πολλά χρόνια. Δηλαδή το Συμβούλιο Διοίκησης του Πανεπιστημίου ήταν ένας θεσμός που υπάρχει σε όλες τις χώρες, σε όλα τα Πανεπιστήμια, είτε είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά.

Δηλαδή πράγματα τα οποία έρχονταν ως να ήταν τελείως άγνωστα ή από το υπερπέραν, ήταν η πραγματικότητα σε όλη την Ευρώπη. Τα Συμβούλια λοιπόν, ο θεσμός των Συμβουλίων, συνδεόταν και με κάποιες λογικές που έχουν να κάνουν με την αλλαγή αυτού που έχουμε στο μυαλό μας, ότι το Συμβούλιο θα είχε έναν συγκεκριμένο λόγο για το αναπτυξιακό σχέδιο του Πανεπιστημίου, για τα οικονομικά του Πανεπιστημίου, για να βρει πόρους για τα Πανεπιστήμια, για την ασφάλεια. Για να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων και των εσωτερικών κανονισμών του Πανεπιστημίου. Γιατί κάποιος πρέπει να είναι υπεύθυνος για την τήρηση όλων αυτών των κανόνων. Δε μπορεί να είναι το Υπουργείο. Δε μπορεί να λένε «αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου» και να πρέπει ο Υπουργός να τηρήσει τους κανόνες του Πανεπιστημίου.

Εδώ λοιπόν έπρεπε να γίνει - και έγινε- με το νόμο το Συμβούλιο.

Το θέμα της λογοδοσίας και της διαφάνειας, δηλαδή ο Πρύτανης πρέπει κάπου ν’ απολογείται. Οι Κοσμήτορες πρέπει κάπου ν’ απολογούνται, το Συμβούλιο πρέπει κάπου ν’ απολογείται, να υπάρχει μια διαδικασία λογοδοσίας σ’ έναν Οργανισμό τόσο σημαντικό όπως το Πανεπιστήμιο, το οποίο παίρνει και πάρα πολλά χρήματα από το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή τον φορολογούμενο πολίτη.

Αυτό δε που είπαμε, από τη συνδιοίκηση να πάμε στη διοίκηση, έπρεπε να γίνει με την αποκομματικοποίηση, το φοβερό θέμα των παρατάξεων.

Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, η ΠΑΣΠ και η ΔΑΠ σε αυτό το κομμάτι είχαν μια ενιαία γραμμή όπου προέρχονταν και από τα κόμματά τους μέχρι έναν βαθμό, δηλαδή έτσι είχαν διαπαιδαγωγηθεί. Η απόφαση λοιπόν, και το ότι ψηφίσαμε στη Βουλή με τέτοια πλειοψηφία, ότι δεν υπάρχει πια κανένας ρόλος για τις παρατάξεις στη Διοίκηση των Πανεπιστημίων, θεωρώ ότι είναι από τα μεγαλύτερα βήματα στο ν’ αλλάξει η λογική της κομματικοποίησης.

Προσέξτε: Τον Ιούνιο του 2012, όταν ανέλαβε η νέα κυβέρνηση, ήρθε στη Βουλή - και ευτυχώς δεν πέρασε γιατί ορισμένοι Βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ και ορισμένοι Βουλευτές στη Νέα Δημοκρατία έβαλαν βέτο ότι θα καταψηφίσουν - από τον Υπουργό Παιδείας, ρύθμιση όπου έφερνε πίσω τις παρατάξεις, ένα χρόνο μετά. Γιατί; Γιατί υπήρχαν οι πολιτικές πιέσεις κι από δω κι από κει. ..

Η δική μου άποψη και πρόταση ήταν ότι δεν πρέπει να ψηφίζονται οι Πρυτάνεις και επιμένω σ’ αυτή την άποψη. Βρήκαμε τελικά την κοινή γραμμή με τη Νέα Δημοκρατία και με ένα μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας να υπάρχει η εκλογή αλλά μόνο από τους Καθηγητές και μετά από διεθνή προκήρυξη και μετά από πρόταση του Συμβουλίου. Και βέβαια η λογική ήταν και για τον Κοσμήτορα να υπάρχει η επιλογή του Κοσμήτορα από τον Πρύτανη γιατί ο Πρύτανης θ’ απολογείτο μετά για τον Κοσμήτορα και αυτό άλλαξε το 2012 και έγινε πάλι εκλογή του Κοσμήτορα. Κατανοώ, σε κάποιο βαθμό ότι είναι μια μεταβατική περίοδος για να φτάσουμε σ’ αυτά που γίνονται στην πλειοψηφία των Πανεπιστημίων άλλων χωρών, όπου οι εκλογές αυτές είναι αξιοκρατικές και γίνονται με απολογισμό έργου. Δεν έχουν την έννοια της δημοκρατικής διαδικασίας.

Η Διοίκηση έχει να κάνει και με τις συγχωνεύσεις. Η ιστορία της ποιότητας των συγχωνεύσεων είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ποιότητα σπουδών και για τη Διοίκηση, ιδιαίτερα για τους πόρους της χώρας.

Θα σας πω ότι στις περισσότερες χώρες όπου έγιναν μεταρρυθμίσεις τα τελευταία 10 χρόνια, η κεντρική ιδέα ήταν η διεθνοποίηση. Δηλαδή πώς ανοίγουμε τα Πανεπιστήμιά μας για να έρθουν απ’ έξω φοιτητές στα δικά μας Πανεπιστήμια. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα. Πανεπιστήμιο που δεν ανοίγει ορίζοντες χώρα που δεν ανοίγεται, μαραίνεται και πεθαίνει. Δε γίνεται να έχεις μόνο δικούς σου φοιτητές, δεν γίνεται να έχεις μόνο δικούς σου Καθηγητές. Τα Πανεπιστήμια πια έχουν αυτή τη διάσταση.

Η Δανία που έκανε τη μεταρρύθμιση το 2007, από 18 Πανεπιστήμιο που είχε έκανε 4. Και τα 4 Πανεπιστήμια έγιναν σ’ αυτή τη λογική, το να γίνουν ισχυρά, μεγάλα, με περιφερειακή οργάνωση βεβαίως αλλά να μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν τις διεθνείς προκλήσεις και να προσκαλέσουν και οι ίδιοι φοιτητές.

Αν λειτουργεί ή όχι το σύστημα διοίκησης: Είπα πριν ότι μια μεταρρύθμιση θέλει 10 με 15 χρόνια για να δώσει αποτελέσματα. Δεν είναι εύκολο πράγμα να πας από το ένα επίπεδο στο άλλο. Το πιο σημαντικό είναι να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει κάποιους από τους σημαντικότερους επιστήμονες στον κόσμο στο Συμβούλιο. Όχι τους σημαντικότερους Έλληνες, τους σημαντικότερους επιστήμονες γενικώς, στον κόσμο. Κορυφές του ΜΙΤ, κορυφές του Harvard, κορυφές της Οξφόρδης. Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν απ’ έξω προς τα μέσα. Σταμάτησε αυτή η ενδογαμία των Πανεπιστημίων, που έμπαινε κάποιος σ’ ένα Πανεπιστήμιο και έβγαινε απ’ αυτό χωρίς να χρειαστεί να πάει σε άλλα Πανεπιστήμια και να φέρει άλλες ιδέες. Τα Συμβούλια λοιπόν, θυμάστε ότι δεν ήταν εύκολο πράγμα να εκλεγούν. Έγινε κι εκεί ένας σχετικός πόλεμος. Κερδήθηκε αυτή η μάχη. Τα Συμβούλια λειτουργούν. Τώρα είναι η ώρα να κρατήσουμε τα Συμβούλια, γιατί κάποιοι από αυτούς που ήρθαν, είναι έτοιμοι να παραιτηθούν. Το Συμβούλιο Αθηνών δεν έχει συνεδριάσει ούτε μία φορά μέσα στο Πανεπιστήμιο. Συνεδριάζουν σε ξενοδοχεία τα οποία πληρώνουν μόνοι τους. Δηλαδή, το Πανεπιστήμιο είναι εχθρικό ως προς το Συμβούλιο. Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης παρά την πάρα πολύ αρνητική θέση του Πρύτανή του για το θεσμό του Συμβουλίου, εξέλεξε ως Πρόεδρο έναν Βρετανό. Είναι ένας μεγάλος ελληνιστής, αλλά είναι Βρετανός. Που σημαίνει ότι υπάρχουν δυνάμεις οι οποίες ανασαίνουν, βγάζουν το κεφάλι τους απ’ το νερό, αρχίζουν και μιλάνε.

Πάω στη δεύτερη ενότητα, στην ποιότητα σπουδών Αξιοκρατία και αξιολόγηση: Πονεμένες ιστορίες, όμως έχουν γίνει. Ξεκίνησαν, συνέχισαν και αυτή τη στιγμή έχουμε ένα θεσμικό πλαίσιο για την αξιολόγηση. Και είναι και ατομική πια. Δηλαδή οι Καθηγητές αξιολογούνται και ως άτομα στην πενταετία. Θέλει κι αυτό το χρόνο του και είπαμε, θέλει και πεφωτισμένη ηγεσία για να πάρει τις πραγματικές διαστάσεις.

Άλλο θέμα, το κόστος φοίτησης: Σε κανένα Πανεπιστήμιο, δεν είχαν ένα εργαλείο να μετρούν το κόστος των σπουδών. Δηλαδή παίρνω τόσα λεφτά και μου κοστίζει τόσο για να κάνω τα εργαστήρια της Ιατρικής. Να υπάρχει στο τέλος κάθε χρόνου ένας προϋπολογισμός για να βγάζουμε τα κόστη. Τέλος πάντων, με τα πολλά έγινε ένα ολόκληρο σύστημα ηλεκτρονικό, βγάλαμε το κόστος για σπουδές, περιττό να σας πω ότι σταμάτησε, δε λειτουργεί πλέον. Θα σας πω νούμερα: Στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το κόστος ανά φοιτητή Ιατρικής είναι 51.133 ευρώ. Στο Αριστοτέλειο είναι 13.000. Στο Πανεπιστήμιο Πατρών είναι 21.000. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 33.000. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης 26.000 και στη Θεσσαλία 21.000. Δεν πρέπει κάποιος να εξηγήσει γιατί; Γιατί το κόστος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι 51.000, δηλαδή 2,5 φορές πάνω από την Ιατρική Αθηνών; Πώς όλα αυτά θεωρούνται αυτονόητα; Ήμουν προημερών σε συζήτηση στη Θεσσαλονίκη με τον Πρύτανη του ΑΠΘ και είπε ο Πρύτανης για τα οικονομικά του ιδρύματος ότι ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είναι, 20 εκατομμύρια!!! Ακούω το 20 εκατομμύρια και λέω, είναι δυνατόν; 20 εκατομμύρια η Θεσσαλονίκη; Ευτυχώς είχα τους αριθμούς μαζί μου και βλέπω 135 εκ. Λέω, «με συγχωρείτε, 135. «Όχι» λέει, «τα 115 είναι οι μισθοί των Καθηγητών. Οι μισθοί των Καθηγητών δεν είναι μέσα στον προϋπολογισμό»!!! Αυτή η συζήτηση γίνεται τώρα, μετά από όλη αυτή την ιστορία. Όμως το Πανεπιστήμιο πρέπει να βρει και ιδιωτικούς πόρους. Και δίνεται πια κάθε δυνατότητα για ιδιωτικούς πόρους. πρέπει να εξηγήσουν τι τα κάνουν. Γιατί το κόστος ανά φοιτητή είναι τόσο; Τι σημαίνει αυτό το κόστος; Πού πηγαίνουν αυτά τα χρήματα; Πόσο είναι το διοικητικό κόστος, πόσο είναι το λειτουργικό, πόσο είναι το ερευνητικό, πόσο είναι τα υλικά; Γιατί στην ποιότητα σπουδών μπαίνουν όλα αυτά τα στοιχεία, όταν έχεις λίγα χρήματα, για να έχεις υψηλή ποιότητα, πρέπει να δεις πώς θα σχεδιάζεις το κόστος.

Η οργάνωση σπουδών είναι ένα άλλο θέμα. Δεν υπήρχε εγγραφή φοιτητών. Αρνούνταν τα Πανεπιστήμια να γράψουν τους φοιτητές, όποιος ήθελε πήγαινε, έδινε εξετάσεις. Δεν ήξερες πόσους φοιτητές είχες. Είναι δυνατόν; Είναι… Υπήρχε ο νόμος για υποχρεωτική εγγραφή. Κανένας δεν έκανε. Βάζουμε πάλι ότι εάν δεν υπάρχει εγγραφή, δεν θα χρηματοδοτηθεί το Πανεπιστήμιο, θα κοπούν και οι μισθοί των καθηγητών. Για να γίνουν τα πολύ απλά πράγματα. Γιατί χωρίς εγγραφή δε μπορείς να ξέρεις πώς να σχεδιάσεις το τμήμα σου.

Τα μαθήματα με προτεραιότητα, δηλαδή να μην είσαι στην Ιατρική στο 6ο έτος και να μην έχεις περάσει την Ανατομία. Το θέμα της παρακολούθησης των μαθημάτων, το θέμα των εξετάσεων. Μια από τις πρώτες αλλαγές που έγιναν ήταν ότι οι εξετάσεις θα γίνονται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. 4 εξεταστικές, 5 εξεταστικές, στην Ιατρική 6 εξεταστικές. Δεν υπάρχει σε καμία χώρα τέτοιο παράδειγμα, σας διαβεβαιώ. Είπαμε, 3 εξεταστικές, τέρμα. Το πρώτο πράγμα που έγινε το 2012, να δοθούν δυο εξεταστικές καινούργιες. Δεν αντιδρά κανένας. Γίνονται, ξεγίνονται, δεν αντιδρά κανένας. Όταν γίνονται αντιδρά το σύμπαν. Όταν ξεγίνονται, δε μιλάει κανένας.

Και ερχόμαστε στη διάρκεια σπουδών: Θα σας πω πάλι ένα ενδιαφέρον στιγμιότυπο το οποίο το λέω συχνά γιατί έγινε μπροστά σε 400 άτομα: Είμαστε σε μια εκδήλωση για τον Πλάτωνα στο Μουσείο της Ακρόπολης και παίρνει το λόγο ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο κ. Πελεγρίνης. Εκείνη την εποχή, μια από τις συγκρούσεις είναι το θέμα των αιώνιων φοιτητών και γιατί δεν πρέπει να σταματήσει αυτός ο θεσμός των αιώνιων φοιτητών. Λέει, λοιπόν ο κ. Πελεγρίνης ο οποίος όπως ξέρετε είναι και Καθηγητής της Φιλοσοφικής: «Αυτό που θα σας πω θέλω να το ακούσει η κα Υπουργός, για να κατανοήσει το λάθος της. Ο Αριστοτέλης έμεινε στη σχολή του Πλάτωνα 20 χρόνια. Δηλαδή εάν τότε ήταν Υπουργός η Διαμαντοπούλου, θα έδιωχνε τον Αριστοτέλη από τη Σχολή του Πλάτωνα»! Στη συζήτηση με τους αιώνιους φοιτητές, υπάρχει πάντοτε το εξής επιχείρημα: «Και τι σας πειράζει αφού ούτε βιβλία παίρνουν, ούτε πάσο έχουν ούτε αυτό ούτε εκείνο, ασ’ τους εκεί και τι σε πειράζουν εσένα;» Όταν γίνεται η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων σε διεθνές επίπεδο, ένα από τα στοιχεία της αξιολόγησης είναι ο μέσος όρος αποπεράτωσης σπουδών. Όταν εμείς έχουμε μέσο όρο αποφοίτησης 7,5-8 χρόνια σε σχολές 4ετούς φοίτησης, αμέσως-αμέσως τα Πανεπιστήμιά μας πάνε κάτω. Δεύτερον, πώς να οργανώσεις τις εξετάσεις; Οργανώνουμε εξετάσεις για 100 κι έρχονται 300. Δεν ξέρει κανείς πόσοι θα έρθουν για εξετάσεις.

Να σας πω τώρα για τον πολιτικό τι σημαίνει αυτή η απόφαση; 180.000 άτομα απέναντι του, Χ 2-3 άτομα οι οικογένειές τους…θυμάμαι ελάχιστοι μόνο βουλευτές είχαν βγει τότε να στηρίξουν την ιστορία των αιώνιων φοιτητών γι’ αυτό το λόγο. Γι’ αυτό και είπα ως αρχική παρατήρηση, πως κάθε απόφαση στο χώρο της παιδείας έχει τεράστια ακροατήρια με τα οποία πάρα πολύ εύκολα έρχεσαι σ’ επαφή. Όταν κάποιος μένει 8 χρόνια μέσα στο Πανεπιστήμιο, διαλύει και την ίδια τη ζωή του. Εδώ δεν είμαι ακόμη σίγουρη αν θ’ αλλάξει ή όχι, αλλά αυτό πια που περιμένω να δω είναι ποιοι θ’ αντιδράσουν. Ξέρετε πολύ καλά ότι οι Πρυτάνεις έχουν τοποθετηθεί υπέρ της διαιώνισης του μέτρου των αιωνίων φοιτητών. Στο θέμα της ποιότητας σπουδών, θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη γιατί είναι και πολλά πράγματα που αφορούν τους φοιτητές, ο Συνήγορος του Φοιτητή, γιατί υπάρχει μια αυθαιρεσία από πλευράς των καθηγητών πολλές φορές ή το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο τη μέριμνα των φοιτητών, με πόρους διαφορετικούς, με σωστή χρησιμοποίηση των πόρων.

Ξέρετε, είδαμε να κλείνει το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τους διοικητικούς. Εγώ θέλω να μάθω γιατί δεν ρώτησε κάποιος από τους δημοσιογράφους τον κ. Πελεγρίνη γιατί δεν έκλεισε το Πανεπιστήμιο όταν επί τόσα χρόνια οι εστίες που είναι για τους φοιτητές ήταν νοικιασμένες σε αλλοδαπούς και άλλους άσχετους με το πανεπιστήμιο; Ήξεραν όλοι ότι οι εστίες του Πανεπιστημίου ήταν νοικιασμένες. Ούτε κανείς έκλεισε ούτε κανείς έβαλε θέμα. Αυτά όμως δε λέγονται στο δημόσιο διάλογο. Και νομίζω έχουμε και οι δυο την εμπειρία από το να τα λες και να μην ακούγονται και να μην τ’ αναπαράγει κανείς, εκτός από ελάχιστους δημοσιογράφους, ένας από τους οποίους είναι σήμερα εδώ μέσα και δε θέλω ν’ αναφερθώ, γιατί ίσως του κάνω κακό.

Και τελειώνω με το θέμα της διεθνοποίησης. Η διεθνοποίηση, είναι πολύ σημαντικότερο απ’ ό,τι νομίζουμε. Σήμερα υπάρχουν πολλές μορφές διεθνοποίησης. Όμως η ιστορία της διεθνοποίησης είναι και για την οικονομία μιας χώρας σημαντική, για να μη χάνει πόρους αλλά και για να φέρνει πόρους, αλλά και για το Πανεπιστήμιο αυτό καθαυτό. Δεν υπάρχει σήμερα γνώση που να περιορίζεται σ’ έναν χώρο, σε μια γλώσσα, σε μια αντίληψη, σε μια μικρή ομάδα. Έχουν γίνει πολλά για τη διεθνοποίηση. Μπορούν να κάνουν και τα δικά μας Πανεπιστήμια πλέον παραρτήματα. Ήδη το Γεωπονικό ξεκίνησε μια προσπάθεια με τη Σαουδική Αραβία. Η προσέλκυση των φοιτητών είναι κάτι που είναι πολύ δύσκολο, πρέπει να ξεπεράσουμε πάρα πολλά ακόμα. Ξέρετε ότι τα MOOCs, το Massive Open Online Course είναι πια το νέο μεγάλο asset των Πανεπιστημίων. Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα να το κάνουν και θα ήταν πολύ ουσιαστικό μόνο αν σκεφτούμε την ομογένειά μας, τι θα σήμαινε το MOOCs για την Ελλάδα. Οικονομικά, τεράστια οφέλη.

Καταλήγω στα μεγάλα ζητήματα μας: ο πρώτος άξονας είναι το Σύνταγμα. Η αλλαγή στο Σύνταγμα πρέπει να σταθεί πάρα πολύ σοβαρά στο πρόβλημα όλου του εκπαιδευτικού συστήματος. Εγώ θεωρώ πλέον ότι και στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση πρέπει να πάει περιφερειακά το σύστημα, δεν υπάρχει κανένα πια τόσο συγκεντρωτικό σύστημα στην Ευρώπη. Το θέμα του Νομικού Προσώπου των Πανεπιστημίων, το θέμα των μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων, που χάσαμε πραγματικά μια μεγάλη ευκαιρία, το θέμα της αποκέντρωσης.

Ο δεύτερος σοβαρός άξονας είναι η λειτουργία του πολιτικού συστήματος του Κοινοβουλίου. Αυτό που είδαμε είναι να επιτυγχάνουμε συναίνεση στη διάλυση της συναίνεσης. Δηλαδή τη μία χρονιά συναινέσαμε και την άλλη χρονιά όλοι μαζί είπαμε, πολύ κακώς συναινέσαμε. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πολιτικό παράδειγμα. Δημιουργεί κακό προηγούμενο και στη νέα γενιά που έρχεται και στον πολίτη. Λέγαμε να έχουμε συναινέσεις στην Παιδεία, αυτό είναι το σημαντικό. Τουλάχιστον στην Παιδεία ρε παιδί μου να τα βρείτε. Τα βρήκαμε. Και που τα βρήκαμε; Άρα το πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα και το Κοινοβούλιο είναι πραγματικά ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Το πελατειακό και συντεχνιακό σύστημα, εξακολουθεί και ζει και βασιλεύει. Όλη η ιστορία του πώς βγήκαν οι Πρυτάνεις πάλι να πουν ότι πρέπει να διατηρηθούν οι αιώνιοι φοιτητές, γιατί το κάνουν; Γι’ αυτό λέω ότι το πελατειακό σύστημα δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τους Βουλευτές πια.

Και τέλος ο άξονας που έχει να κάνει με το θέμα των συγχωνεύσεων των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Δε γίνεται η χώρα να συνεχίζει με 39 Ιδρύματα. Αρκεί να σας πω ότι με το σχέδιο «Αθηνά» δεν άνοιξε μύτη, όταν θα γίνουν όμως, οι συγχωνεύσεις θα πρέπει κάποιος ν’ αποφασίσει να κάνει τη μετωπική σύγκρουση γιατί το θεσμικό πλαίσιο τα έχει όλα μέσα. Λέει λοιπόν το θεσμικό πλαίσιο: Δε μπορεί να υπάρχει σε καμία πόλη ένα τμήμα μόνο του. Δε μπορεί. Άρα κλείνουν όλα. Κι έδινε προθεσμία 12 μήνες. Ξέρετε τι σημαίνει ένα τμήμα μόνο του; δηλαδή να έχεις στη Λιβαδειά - όπως έχεις πράγματι - ένα τμήμα Πολιτικών Επιστημών, να έχεις στο Ναύπλιο ένα Τμήμα Θεατρολογίας. Δεν υπάρχει Πανεπιστήμιο, υπάρχει ένα τμήμα. Έλεγε λοιπόν: Δε μπορεί να υπάρχει, αυτά θα πρέπει να γίνουν προγράμματα σπουδών και να πάνε στις σχολές. Αυτό άλλαξε αμέσως, το Σεπτέμβριο. Και ενώ είχαμε 18 τμήματα τέτοια, τώρα έχουμε 20. Επομένως έχει πολύ μεγάλη σημασία η ειλικρίνεια και η απόφαση σε όλους τους χώρους αλλά ειδικά στο χώρο της Παιδείας, να γίνουν πολύ ουσιαστικές και μεγάλες αλλαγές.

Ήθελα να σας πω ότι αυτή ή εμπειρία, θεωρώ ότι ήταν η πιο μεγάλη, η πιο ουσιαστική μάχη και είναι κάτι που με κάνει περήφανη με τη συνείδησή μου. Και λάθη υπάρχουν και πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν, όμως ο καθένας πρέπει να είναι ήσυχος ότι εκεί που χρειάστηκε, τη στιγμή που χρειάστηκε, έκανε αυτό που μπορούσε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε περισσότερα...

Σημεία ομιλίας Α.Διαμαντοπούλου

· Η συνταγή της λιτότητας δεν απέδωσε. Απαιτείται νέο σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης του χρέους. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Επιτροπή χρειάζεται να εκπονήσουν ένα νέο σχέδιο αντιμετώπισης του χρέους.
· Όσο διαλύεται η κοινωνική συνοχή τόσο δεν θα επιτυγχάνονται οι στόχοι.
· Η λειτουργία της ΕΚΤ πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να έχει μέσα στο καταστατικό της τους δείκτες και της ανεργίας και πρέπει να τυπώσει χρήμα. Ενώ σημαντικό είναι να μπει ξανά το θέμα της υποτίμησης του ευρώ στο τραπέζι.
· Λιγότερη επένδυση στην Παιδεία συνεπάγεται τεράστιες διαφορές στην ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Ο νέος δρόμος για την ανάπτυξη, την ανάκαμψη με αλληλεγγύη προϋποθέτει πια εθνικό σχέδιο ανα-συγκρότησης, με συναίνεση το οποίο πρέπει να κινείται σε τρεις άξονες:
· Ελληνική πρόταση προς την ΕΕ για τη διαχείριση του μη βιώσιμου χρέους,
· Μεταρρυθμίσεις με χρονοδιάγραμμα στους βασικούς τομείς (όπως δημόσια διοίκηση, φορολογικό, δικαιοσύνη, πολιτικό σύστημα) και
· Εστίαση με υποδομές και κίνητρα σε συγκεκριμένους τομείς ανάπτυξης που αποτελούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.

Τρία πράγματα απλά και σύνθετα μαζί. Απαραίτητα και αυτονόητα, αλλά δύσκολα και απαιτητικά για μια προεκλογική αντίληψη που συνεχίζει να υπόσχεται και να μοιράζει και έχει στοιχειώσει επί δεκαετίες τη χώρα.

Από πρωτογενές στο θνησιγενές…

Σαν τους ντελάληδες που διαφημίζουν την πραμάτεια τους, κόμματα και υπουργοί, μοιράζουν το ‘πλεόνασμα’.

Σε μία οικονομία με σωρευτική ύφεση περίπου 30%, όλοι δικαιούνται μερίδιο και όχι άδικα.

Εκείνο που δεν δικαιούται όμως η κυβέρνηση, είναι να φορτώσει πάλι στις πλάτες των νέων λάθη του σήμερα.

Το πλεόνασμα – όποιο και αν είναι – πρέπει να δοθεί εκεί που θα πιάσει τόπο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ενταχθεί στο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και να δοθεί στις δημόσιες επενδύσεις κυρίως! Εφόσον το πλεόνασμα είναι υπαρκτό η αναδιανομή του πρέπει να αφορά την ανάπτυξη και την αλληλεγγύη (όπως λέει και ο τίτλος της σημερινής συζήτησης) δηλαδή να επενδυθεί με τρόπο που να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να παράγει πλούτο.

Οι εκτιμώμενοι πολλαπλασιαστές του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων είναι ιδιαίτερα υψηλοί, κυρίως όταν η οικονομία βρίσκεται σε φάση βαθιάς ύφεσης. Η θετική επίπτωση στο ΑΕΠ της χώρας λόγω αύξησης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων θα ισοδυναμούσε με 3-4 ευρώ για κάθε ένα (1) ευρώ αύξησης της πραγματικής δαπάνης για δημόσιες επενδύσεις.

Αυτό και μόνο αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας επιθετικής αύξησης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στην τρέχουσα συγκυρία μέσω π.χ. της ταχύτερης απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων από τα διαθρωτικά ταμεία της Ε.Ε. αλλά και δημιουργία κινήτρων σε αναπτυξιακούς τομείς.

Αλλά αυτή η πρόταση έχει νόημα αν εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανάπτυξη που θα έβαζε τις προτεραιότητες σε σειρά και θα ήταν ο μίτος της εξόδου. Αντ΄αυτού ζωντανεύει και πάλι μπροστά μας το παρελθόν η χωρίς κριτήρια επιλογή ψηφοφόρων…

Εάν τελικά υπάρξει πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα μετά από το ισχυρό σοκ, το που θα δοθεί, αποτελεί μία ευκαιρία για την οικονομία, για τη διαδικασία παραγωγής και για την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ. Είναι το πρώτο δείγμα μετά το σοκ. Θα κρίνει πολλά και είναι υποχρέωση όλων των κομμάτων να πάρουν θέση.

Διαβάστε περισσότερα...

The Mediterranean Gods Cannot Do It Alone

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

The ancient’s world geopolitical center, the cradle of civilization, the Mediterranean Basin; a unique location with some of the world’s most important geostrategic corners.

Life has not been boring in the Basin and continues to be so. This region has been witnessing wars, revolutions, regime upheavals, political instability, religious conflicts, ethnic conflicts over democracy and freedom, conflicts both multilateral and bilateral… all of them with substantial repercussions on the financial activities taking place in the whole Mediterranean region.

Back in the 1990s, Europe was optimistically looking forward. The European Union was deliberating, proposing and setting forth strategies and ambitious targets for the not so distant future; the year 2010 was determined to be a milestone year. The Euro-Mediterranean Partnership (EUROMED, or also known as the Barcelona Process) launched in 1995 with the Euro-Mediterranean Conference in Barcelona, was the EU’s first comprehensive strategy for the region aiming at peace, stability and growth. It had set the goal of establishing a multilateral cooperation project linking policy (democracy and security), economy (growth and financial cooperation) and society (culture, social rights and equality). Ambitious? I do recall among others the ambitious target for the area to become a free trade zone by 2010!

Similarly, the Lisbon Strategy called for goals such as that the EU would rank first in research and innovation by 2010, while at the same time reaching the goal of full employment! What an irony! We all recall that 2010 was the year we witnessed the Arab Spring and the Eurozone got deep into the financial crisis.

Both, the Lisbon Strategy and the Barcelona Process failed to meet expectations and to reach their respective targets. Why did those noble goals not work out? Here are a few points that may help us understand the discrepancy between wish and ultimate outcome:

With regards to the Lisbon Strategy

1. The EU’s leadership failed to predict the impact of the financial markets operating without sufficient political oversight.
2. The Euro’s architecture. Not a single analyst disagrees that monetary policy alone, without a broader economic policy, was inadequate in dealing with the crisis, (the M without the E of the EMU)
3. Certain countries did not implement the required reforms to comply with Eurozone rules. At the same time, the European institutions were not able to successfully monitor and enforce compliance in the South and even in the North, not to mention that they were not equipped with the appropriate mechanisms for dealing with it.

With regards to the Barcelona Process

For years the EU tried to increase collaboration with soft policies while we knew that the root causes of the major problems of poverty, huge social inequalities, underdevelopment and the lack of fundamental freedoms (i.e., of expression, religious tolerance) could not be dealt with solely by soft policy measures. Unquestionably, they are simply not sufficient. Yet, any implementation was hindered by fundamental diversions, a disharmony of foreign policy roles among Member States and the differing perception and importance of the region for each Member State.

Where are we now? My conviction is that as a whole, we have not overcome the crisis yet. Debts and unemployment remain alarmingly high. And as Europe continues to experience turbulence on many fronts, it is rather utopic to believe that it can assume a leading role and behave as one single entity, becoming a regional powerhouse in its own backyard!

Within this geopolitical and economic context I could see three interconnected and synergistic directions that would allow Europe to be the leading player. They could be summarized as follows: 1) putting our house in order, 2) supporting our neighbors and 3) agreeing on a common plan for the future. More specifically:

1) Stabilization of Euro – Mediterranean countries. Almost all of the EU Mediterranean countries with the exception of Malta are facing to some degree their own crisis. There is no way that decisive leadership and effective cooperation can flourish while the danger of destabilization exists.

As for my own country, Greece, an emerging contradiction is becoming clear: Greece is considered and is the Eurozone’s weakest link. At the same time, Athens is gaining an important geopolitical role as the sole anchor of stability in the Eastern Mediterranean, the Middle East and a credible interlocutor for the U.S. and Israel in particular, especially given the latest developments. Athens (despite its problems) currently appears as the only stable point of reference in the Eastern Mediterranean.

In case that the country is destabilized for whatever reason (Nazi Party, social unrest, or another Grexit discussion), the repercussion would be a domino effect with catastrophic consequences not only in economic terms but also most importantly in geopolitical stability terms.

2) A concerted program of investment by private and public consortia for reconstruction of the basic infrastructure in the Mediterranean countries. A true win-win situation could evolve with such economic partnerships geared to materialize existing unexploited economic potential. A sector-based cooperation, providing resources, know-how and technical cooperation in prioritized targets can be the instrument for positive and sustainable change. Potential targets include modernizing infrastructure from schools and hospitals to electricity installations and underwater pipelines, as well as infrastructure to exploit trans-boundary groundwater resources. The EU has identified areas that can accommodate concrete projects: 1) maritime-land highways, 2) depollution of the Med, 3) sound environmental governance, 4) civil protection and 5) solar energy.

3) Develop a multilateral agreement on energy resources management. Energy is the key sector for development, growth and prosperity. Yet, the discovery in the Southeast Mediterranean of new deposits of fossil fuels has the risk of causing war instead of prosperity. There is an absolute need for a regional multilateral plan for the management of Mediterranean energy resources. A plan that will unfold at a dual front, diplomatic and scientific, to ensure that vital resources are managed in a collectively beneficial way and guarantee the region’s security. However, a necessary and sufficient condition for this is respect for the Law of the Sea from all the countries of the Mediterranean Basin, something that has not yet occurred.

The Mediterranean Basin should be destined to be a sea of peace and shared prosperity. The Medittarenean Gods (born in the Basin) cannot do it alone. It rests on determined EU leadership and unwaivering political will to facilitate and accelerate this noble cause to the benefit of its 475 million people. Let us all work towards giving the Med and its people its endless benefits nature has bestowed, and not have yet another missed opportunity.

This blogpost is based on a speech given at the “Economist Business Roundtable with the Government of Malta; Invigorating Investment and Growth”.

πηγή: Social Europe Journal

Διαβάστε περισσότερα...

Άννα Διαμαντοπούλου, 2012. Το περιεχόμενο χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs Greece 3.0

Top Desktop version