Άννα Διαμαντοπούλου

Switch to desktop Register Login

Άννα Διαμαντοπούλου - Αρχική

 

Ευχαριστώ τον κ. Ανδριανόπουλο και το Ινστιτούτο Διπλωματίας γι’ αυτή την πρόσκληση και χαίρομαι πολύ που βρίσκομαι στο πάνελ με τη Μαριέττα Γιαννάκου, μια πολιτικό που εκτιμώ και που στη βασική μου ομιλία για το νόμο στη Βουλή, έκανα συγκεκριμένη αναφορά για την προσπάθεια που έκανε και για τις μάχες που έδωσε σε δύσκολες εποχές.

Θα ξεκινήσω κάπως ανεκδοτολογικά, κάνοντας δυο σχόλια και διανθίζοντάς τα με δυο γεγονότα: Ο χώρος της παιδείας, η πολιτική και οι μεταρρυθμίσεις έχουν πάντοτε από πάνω τη σκιά του πολιτικού κόστους.

Εάν, σε οποιαδήποτε μεταρρύθμιση και σε οποιοδήποτε Υπουργείο το πολιτικό κόστος είναι κάτι υπολογίσιμο, στο Υπουργείο Παιδείας είναι τερατώδες. Γιατί είναι πολύ μεγάλα τα μεγέθη. Κάνεις κάτι που θίγει τους εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας και της Πρωτοβάθμιας; Είναι 200.000 εκπαιδευτικοί. Αν σκεφθείτε ότι είναι επί δύο στην οικογένειά τους, ότι επηρεάζουν τις οικογένειες των μαθητών τους, φτάνεις στο ένα εκατομμύριο αμέσως… Έχει ξεσηκωθεί η κοινωνία. Κάνεις κάτι στο Πανεπιστήμιο; Θίγεις τους Καθηγητές των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ που είναι 11.000 άνθρωποι, είναι 11.000 opinion makers; Αμέσως γίνεται μια έκρηξη. Επομένως, οτιδήποτε κάνεις είναι πολύ πιο δύσκολο.

Όταν ανέλαβα ζήτησε να με δει την ίδια μέρα ο Στέφανος Μάνος. Με παίρνει στο τηλέφωνο, μου λέει «θέλω να σε δω σήμερα, δε θέλω αύριο, αύριο δε θα έρθω». Λέω «έλα». Έρχεται, μου λέει «θέλω να σου πω κάτι να το θυμάσαι και από κει και πέρα κάνει ό,τι θέλεις. Έχεις δυο επιλογές: Η μία να κάνεις πράγματα και να μην εκλεγείς. Η άλλη, να μην κάνεις πράγματα και να περάσεις απλώς όπως πάρα πολλοί άλλοι».

Το δεύτερο σχόλιό μου έχει να κάνει με την «βία» που εμπεριέχει η σύγκρουση στην εκπαίδευση. Έχω εμπειρία από πολλές συγκρούσεις στην πολιτική μου ζωή, έτυχε να είμαι από το χώρο της Κοζάνης όταν έκλεισαν μεγάλες βιομηχανίες, με τα Συνδικάτα των ναυπηγείων, με τα Συνδικάτα των πλοίων, δηλαδή είχα εμπειρία από πολύ μεγάλες συγκρούσεις.

Καμία σύγκρουση στην πολιτική μου ζωή δεν είχε τη «βία» και το βάθος της βίας που είχε η σύγκρουση με τα Πανεπιστήμια. Και αυτό είναι κάτι που πρέπει να το λάβουμε πολύ σοβαρά υπ' όψιν στις αναλύσεις μας. Θα πω λοιπόν πάλι ένα μικρό γεγονός:

Μετά πια από τις άπειρες συναντήσεις όπου συμμετείχαν οι, Πρυτάνεις, Αντιπρυτάνεις κτλ. σ’ ένα μεγάλο τραπέζι, σηκώθηκε ένας Αντιπρύτανης όρθιος, και είπε: «Άκου να σου πω, αυτό το νόμο δε θα τον φέρεις, αλλά αν τον φέρεις, θα βγεις από δω μέσα «οριζόντια». Δεν υπήρξε καμία αντίδραση. Του είπα: «Κοίταξε, δε μασάω. Ο νόμος θα έρθει».

Το ίδιο βράδυ μου έρχεται από το Youtube ένα βιντεάκι που το βρήκε ένας φίλος από το Πανεπιστήμιο, όπου ήταν η Γιαννάκου έξω από τη Βουλή και κάτι της έλεγαν σε μια πολύ οργισμένη κατάσταση και λέει εκείνη: «Εγώ στέλνω ένα μήνυμα: Δε μασάω».

Η σύγκρουση, λοιπόν, και ο τρόπος με τον οποίο πρέπει ν’ αντιδράσει κανείς, έχει πολλές διαστάσεις. Πρέπει να υπάρχει ένα συνολικό σχέδιο. Πρέπει να κάνεις μια σύγκρουση που ν’ αξίζει τον κόπο. Δηλαδή να κάνεις τη σύγκρουση, αλλά να έχει ένα αποτέλεσμα για να προκύψει μια αλλαγή στο τέλος.

Το πρώτο λοιπόν και ουσιαστικό σχόλιό μου είναι ότι η μεταρρύθμιση στην Τριτοβάθμια δε μπορεί να είναι κάτι μεμονωμένο. Έχει προφανώς να κάνει με την Πρωτοβάθμια και τη Δευτεροβάθμια. Υπάρχουν πάρα πολλές συνδέσεις, το καταλαβαίνουμε όλοι, ο κύκλος ανοίγει και κλείνει, έχει να κάνει με την αγορά εργασίας και τις ιδιαιτερότητες της αγοράς εργασίας, με την περιφερειακή οργάνωση της χώρας και πώς λειτουργεί ένα περιφερειακό Πανεπιστήμιο.

Έχει να κάνει με την οικονομική κατάσταση και την ανάπτυξη, αν είναι εξωστρεφής, αν είναι εσωστρεφής, πώς λειτουργεί αυτή η χώρα και το οικονομικό της περιβάλλον και πάρα πολλά άλλα πράγματα που θα μπορούσαμε να πούμε. Είναι στην καρδιά πολλών πραγμάτων μια μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια.

Το δεύτερο σημαντικό είναι ότι η διεθνής εμπειρία λέει ότι κάθε μεταρρύθμιση στα Πανεπιστήμια παντού είναι συγκρουσιακή, δεν είναι μόνο στην Ελλάδα. Είχε γίνει μία Επιτροπή από 11 από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στον κόσμο οι οποίοι είχαν την εμπειρία να είναι Πρόεδροι Πανεπιστημίων, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς έχουν υπάρξει και Υπουργοί Παιδείας με μεταρρυθμίσεις.

Η εμπειρία λέει ότι είναι ανέφικτο να υπάρξει χώρα χωρίς σύγκρουση στην Τριτοβάθμια Παιδεία, αλλά από τη στιγμή που γίνεται μια μεταρρύθμιση και αρχίζει με συνέπεια να υλοποιείται, χρειάζεται 10 με 15 χρόνια για να έχει αποτελέσματα αυτή, στην οικονομία και στην ανάπτυξη.

Όταν λοιπόν εμείς επί δεκαετίες δεν έχουμε κανενός είδους σταθερότητα και ίσως μάλλον πάμε και προς τα πίσω, καταλαβαίνουμε ποια είναι η επίπτωση της Τριτοβάθμιας στην ανάπτυξη και στην οικονομία της χώρας. Και η κρίση που έχουμε δεν είναι καθόλου άσχετη με την κατάσταση στην Τριτοβάθμια Παιδεία.

Είναι αλήθεια ότι πρέπει να λάβει κανείς υπόψιν του πολλές παραμέτρους σε μία μεταρρύθμιση. Είχε γίνει τότε η προσπάθεια να παρουσιαστεί μια συνολική μεταρρύθμιση, λαμβάνοντας υπ' όψιν έναν διάλογο που είχε ξεκινήσει για την παιδεία αρκετά χρόνια πριν με το Εθνικό Συμβούλιο Παιδείας, ενσωματώνοντας όλη αυτή τη δουλειά που είχε γίνει. Να γίνει κάτι συνολικό.

Συνολικό σημαίνει ότι πρέπει να συγκρουστείς ταυτόχρονα με πάρα πολλά επίπεδα. Το ερώτημα είναι πάντοτε: Τα κάνω σταδιακά; Πρέπει να γίνει πρώτα κάτι, μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο μετά να εφαρμοστεί, να υλοποιηθεί και μετά να πάμε σε κάτι άλλο; Να δούμε πρώτα την Πρωτοβάθμια, να περάσουν κάποια χρόνια, να πάμε μετά στην Τριτοβάθμια;

Αυτό τουλάχιστον εμένα με απασχόλησε πάρα πολύ, το πώς οργανώνεται η διαδικασία των μεταρρυθμίσεων και είπαμε ότι θα ξεκινήσουν όλα μαζί: Η χώρα είναι σε κρίση, πρέπει να πάμε σε μεταρρυθμίσεις, στην Πρωτοβάθμια, στη Δευτεροβάθμια, στην Τριτοβάθμια, γιατί δε μπορεί να μείνει το καράβι στάσιμο.

Έρχομαι λοιπόν στη Τριτοβάθμια: η Ελλάδα, ήταν η μόνη χώρα που δεν είχε υποδεχθεί τη «Μπολόνια». Ξέρετε, δε μπορεί να γίνει κατανοητό από κανέναν αυτό. Ηταν όλες οι χώρες της Ευρώπης εκτός από την Ελλάδα. Εκτός από τις 27 χώρες της Ευρώπης, μέχρι η Ρωσία και το Αζερμπαϊτζάν είχαν ζητήσει να μπουν. Γιατί; Γιατί ήθελαν όλοι να προσαρμόσουν τα Πανεπιστήμιά τους στα διεθνή standards.

Εδώ η Μπολόνια ήταν κάτι τρομερό. Δηλαδή η «Μπολόνια» ήταν κάτι που αριστεροί, δεξιοί, ΠΑΣΟΚοι, οι πάντες, ήταν αρνητικοί. Όπου η βασική λογική ήταν ότι θα ερχόταν αυτό το ξένο σύστημα να φέρει τις επιχειρήσεις στα Πανεπιστήμια. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα! Ποιες επιχειρήσεις θα φέρει στα Πανεπιστήμια η διαδικασία της «Μπολόνια»…

Αυτό λοιπόν είναι ένα πολύ κεντρικό στοιχείο γιατί στη χώρα μας είναι τέσσερα τα πολύ μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε και φυσικά δεν αλλάζουν εύκολα: Το ένα είναι το Σύνταγμα. Το Σύνταγμα δημιουργεί πολλά προβλήματα στη λειτουργία των Πανεπιστημίων. Το ότι είναι Δημοσίου Δικαίου το Πανεπιστήμιο, είναι κάτι που το κάνει να λειτουργεί σαν Δημόσια Υπηρεσία. Και αρκετά άλλα πράγματα που έχουν να κάνουν με την αποκέντρωση.

Είναι ο δογματισμός, ο οποίος είναι πάρα πολύ βαθύς και όταν λέμε δογματισμός στο χώρο των Πανεπιστημίων, πρέπει να σκεφτούμε τα πάντα. Το πώς ερμηνεύουμε τη δημοκρατία, το πώς ερμηνεύουμε την ελευθερία έκφρασης, το πώς ερμηνεύουμε τη διεθνοποίηση.

Όλα αυτά τα ζητήματα έχουν άλλου είδους φόρτιση στην Ελλάδα από αυτήν που έχουμε στις περισσότερες χώρες. Και πάντοτε υπάρχει η ιστορική ερμηνεία ότι εμείς περάσαμε από τη χούντα και είχαμε υποφέρει. Μα και η Ισπανία είχε χούντα, και η Πορτογαλία είχε χούντα. Και άλλες χώρες είχαν χούντα.

Αυτός ο δογματισμός είναι πάρα πολύ βαθιά ριζωμένος. Και δεν αλλάζει μ’ ένα νόμο. Κι για αυτό πρέπει ν’ αλλάξει και η Πρωτοβάθμια και η Δευτεροβάθμια και η Τριτοβάθμια για να μπορείς να πεις ότι θα αλλάξει το σύστημα.

Σήμερα, το παιδάκι στο Δημοτικό ξεκινά να κλειδώνει την πόρτα και να βγαίνει από την αίθουσα κάνοντας αντίσταση, στο Γυμνάσιο να καταλαμβάνει το σχολείο, στο Λύκειο να μουτζουρώνει τους τοίχους και να χτυπάει τον καθηγητή του, στο Πανεπιστήμιο να «χτίζει» πόρτες. Αυτή η συμπεριφορά έγινε ένας τρόπος ζωής και μια κουλτούρα με την δική της ερμηνεία της, με την πολιτική της αποδοχή…

Πώς αλλάζει αυτό; Αλλάζει μέσα από συνολικές αλλαγές, όλων των ειδών των δομών, θέλει χρόνο, θέλει σιδερένια πολιτική βούληση, δηλαδή θέλει ανθρώπους αποφασισμένους να το πάνε μέχρι το τέλους και θέλει πεφωτισμένες ηγεσίες στο χώρο των Πανεπιστημίων.

Το ερώτημα είναι πού πάμε τώρα. Έχουμε ελπίδα, θ’ αλλάξει κάτι ειδικά μέσα στην κρίση; Και με τους ανθρώπους να είναι πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι στο παρελθόν; Αφού τώρα και οι πανεπιστημιακοί και οι εκπαιδευτικοί και οι φοιτητές ζουν και προσωπικά πάρα πολλές δύσκολες στιγμές.

Υπήρχαν τρεις μεγάλες ενότητες. Η μία ήταν το θέμα διοίκησης. Η μεγάλη επιλογή και η μεγάλη σύγκρουση ήταν να πάμε από τη συνδιοίκηση στη διοίκηση. Προσέξτε: δεν υπάρχει ούτε μία χώρα στον κόσμο που οι φοιτητές να εκλέγουν τους Πρυτάνεις.

Είναι ένα σύστημα που αντιμετωπίζει τον Πρύτανη ως Δήμαρχο ή ως Νομάρχη. Αυτή τη λογική δίνει στο Πανεπιστήμιο. Αυτό, για τη μεγάλη πλειοψηφία των πανεπιστημιακών, ήταν συνώνυμο με τη δημοκρατία. Και θέλω να πιστεύω ότι ήταν καλοπροαίρετο, ότι το πίστευαν αυτό το πράγμα. Όμως, αυτή ήταν η πρώτη μεγάλη σύγκρουση. Έπρεπε να σταματήσει η συνδιοίκηση.

Η εισαγωγή του θεσμού των Συμβουλίων εδώ θεωρήθηκε ως κάτι το επαναστατικό. Από τις 27 χώρες της Ευρώπης οι 25 εδώ και 9 χρόνια έχουν Συμβούλια. Η τελευταία εδώ και 9 χρόνια, γιατί οι περισσότερες το είχαν από πάρα πολλά χρόνια. Δηλαδή το Συμβούλιο Διοίκησης του Πανεπιστημίου ήταν ένας θεσμός που υπάρχει σε όλες τις χώρες, σε όλα τα Πανεπιστήμια, είτε είναι δημόσια είτε είναι ιδιωτικά.

Δηλαδή πράγματα τα οποία έρχονταν ως να ήταν τελείως άγνωστα ή από το υπερπέραν, ήταν η πραγματικότητα σε όλη την Ευρώπη. Τα Συμβούλια λοιπόν, ο θεσμός των Συμβουλίων, συνδεόταν και με κάποιες λογικές που έχουν να κάνουν με την αλλαγή αυτού που έχουμε στο μυαλό μας, ότι το Συμβούλιο θα είχε έναν συγκεκριμένο λόγο για το αναπτυξιακό σχέδιο του Πανεπιστημίου, για τα οικονομικά του Πανεπιστημίου, για να βρει πόρους για τα Πανεπιστήμια, για την ασφάλεια. Για να εξασφαλίσει την τήρηση των κανόνων και των εσωτερικών κανονισμών του Πανεπιστημίου. Γιατί κάποιος πρέπει να είναι υπεύθυνος για την τήρηση όλων αυτών των κανόνων. Δε μπορεί να είναι το Υπουργείο. Δε μπορεί να λένε «αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου» και να πρέπει ο Υπουργός να τηρήσει τους κανόνες του Πανεπιστημίου.

Εδώ λοιπόν έπρεπε να γίνει - και έγινε- με το νόμο το Συμβούλιο.

Το θέμα της λογοδοσίας και της διαφάνειας, δηλαδή ο Πρύτανης πρέπει κάπου ν’ απολογείται. Οι Κοσμήτορες πρέπει κάπου ν’ απολογούνται, το Συμβούλιο πρέπει κάπου ν’ απολογείται, να υπάρχει μια διαδικασία λογοδοσίας σ’ έναν Οργανισμό τόσο σημαντικό όπως το Πανεπιστήμιο, το οποίο παίρνει και πάρα πολλά χρήματα από το Ελληνικό Δημόσιο, δηλαδή τον φορολογούμενο πολίτη.

Αυτό δε που είπαμε, από τη συνδιοίκηση να πάμε στη διοίκηση, έπρεπε να γίνει με την αποκομματικοποίηση, το φοβερό θέμα των παρατάξεων.

Η νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, η ΠΑΣΠ και η ΔΑΠ σε αυτό το κομμάτι είχαν μια ενιαία γραμμή όπου προέρχονταν και από τα κόμματά τους μέχρι έναν βαθμό, δηλαδή έτσι είχαν διαπαιδαγωγηθεί. Η απόφαση λοιπόν, και το ότι ψηφίσαμε στη Βουλή με τέτοια πλειοψηφία, ότι δεν υπάρχει πια κανένας ρόλος για τις παρατάξεις στη Διοίκηση των Πανεπιστημίων, θεωρώ ότι είναι από τα μεγαλύτερα βήματα στο ν’ αλλάξει η λογική της κομματικοποίησης.

Προσέξτε: Τον Ιούνιο του 2012, όταν ανέλαβε η νέα κυβέρνηση, ήρθε στη Βουλή - και ευτυχώς δεν πέρασε γιατί ορισμένοι Βουλευτές από το ΠΑΣΟΚ και ορισμένοι Βουλευτές στη Νέα Δημοκρατία έβαλαν βέτο ότι θα καταψηφίσουν - από τον Υπουργό Παιδείας, ρύθμιση όπου έφερνε πίσω τις παρατάξεις, ένα χρόνο μετά. Γιατί; Γιατί υπήρχαν οι πολιτικές πιέσεις κι από δω κι από κει. ..

Η δική μου άποψη και πρόταση ήταν ότι δεν πρέπει να ψηφίζονται οι Πρυτάνεις και επιμένω σ’ αυτή την άποψη. Βρήκαμε τελικά την κοινή γραμμή με τη Νέα Δημοκρατία και με ένα μεγάλο μέρος της πανεπιστημιακής κοινότητας να υπάρχει η εκλογή αλλά μόνο από τους Καθηγητές και μετά από διεθνή προκήρυξη και μετά από πρόταση του Συμβουλίου. Και βέβαια η λογική ήταν και για τον Κοσμήτορα να υπάρχει η επιλογή του Κοσμήτορα από τον Πρύτανη γιατί ο Πρύτανης θ’ απολογείτο μετά για τον Κοσμήτορα και αυτό άλλαξε το 2012 και έγινε πάλι εκλογή του Κοσμήτορα. Κατανοώ, σε κάποιο βαθμό ότι είναι μια μεταβατική περίοδος για να φτάσουμε σ’ αυτά που γίνονται στην πλειοψηφία των Πανεπιστημίων άλλων χωρών, όπου οι εκλογές αυτές είναι αξιοκρατικές και γίνονται με απολογισμό έργου. Δεν έχουν την έννοια της δημοκρατικής διαδικασίας.

Η Διοίκηση έχει να κάνει και με τις συγχωνεύσεις. Η ιστορία της ποιότητας των συγχωνεύσεων είναι εξαιρετικά σημαντικό για την ποιότητα σπουδών και για τη Διοίκηση, ιδιαίτερα για τους πόρους της χώρας.

Θα σας πω ότι στις περισσότερες χώρες όπου έγιναν μεταρρυθμίσεις τα τελευταία 10 χρόνια, η κεντρική ιδέα ήταν η διεθνοποίηση. Δηλαδή πώς ανοίγουμε τα Πανεπιστήμιά μας για να έρθουν απ’ έξω φοιτητές στα δικά μας Πανεπιστήμια. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα. Πανεπιστήμιο που δεν ανοίγει ορίζοντες χώρα που δεν ανοίγεται, μαραίνεται και πεθαίνει. Δε γίνεται να έχεις μόνο δικούς σου φοιτητές, δεν γίνεται να έχεις μόνο δικούς σου Καθηγητές. Τα Πανεπιστήμια πια έχουν αυτή τη διάσταση.

Η Δανία που έκανε τη μεταρρύθμιση το 2007, από 18 Πανεπιστήμιο που είχε έκανε 4. Και τα 4 Πανεπιστήμια έγιναν σ’ αυτή τη λογική, το να γίνουν ισχυρά, μεγάλα, με περιφερειακή οργάνωση βεβαίως αλλά να μπορούν ν’ αντιμετωπίσουν τις διεθνείς προκλήσεις και να προσκαλέσουν και οι ίδιοι φοιτητές.

Αν λειτουργεί ή όχι το σύστημα διοίκησης: Είπα πριν ότι μια μεταρρύθμιση θέλει 10 με 15 χρόνια για να δώσει αποτελέσματα. Δεν είναι εύκολο πράγμα να πας από το ένα επίπεδο στο άλλο. Το πιο σημαντικό είναι να ξεκινήσει αυτή η διαδικασία. Το Πανεπιστήμιο Αθηνών έχει κάποιους από τους σημαντικότερους επιστήμονες στον κόσμο στο Συμβούλιο. Όχι τους σημαντικότερους Έλληνες, τους σημαντικότερους επιστήμονες γενικώς, στον κόσμο. Κορυφές του ΜΙΤ, κορυφές του Harvard, κορυφές της Οξφόρδης. Αυτοί οι άνθρωποι ήρθαν απ’ έξω προς τα μέσα. Σταμάτησε αυτή η ενδογαμία των Πανεπιστημίων, που έμπαινε κάποιος σ’ ένα Πανεπιστήμιο και έβγαινε απ’ αυτό χωρίς να χρειαστεί να πάει σε άλλα Πανεπιστήμια και να φέρει άλλες ιδέες. Τα Συμβούλια λοιπόν, θυμάστε ότι δεν ήταν εύκολο πράγμα να εκλεγούν. Έγινε κι εκεί ένας σχετικός πόλεμος. Κερδήθηκε αυτή η μάχη. Τα Συμβούλια λειτουργούν. Τώρα είναι η ώρα να κρατήσουμε τα Συμβούλια, γιατί κάποιοι από αυτούς που ήρθαν, είναι έτοιμοι να παραιτηθούν. Το Συμβούλιο Αθηνών δεν έχει συνεδριάσει ούτε μία φορά μέσα στο Πανεπιστήμιο. Συνεδριάζουν σε ξενοδοχεία τα οποία πληρώνουν μόνοι τους. Δηλαδή, το Πανεπιστήμιο είναι εχθρικό ως προς το Συμβούλιο. Το Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης παρά την πάρα πολύ αρνητική θέση του Πρύτανή του για το θεσμό του Συμβουλίου, εξέλεξε ως Πρόεδρο έναν Βρετανό. Είναι ένας μεγάλος ελληνιστής, αλλά είναι Βρετανός. Που σημαίνει ότι υπάρχουν δυνάμεις οι οποίες ανασαίνουν, βγάζουν το κεφάλι τους απ’ το νερό, αρχίζουν και μιλάνε.

Πάω στη δεύτερη ενότητα, στην ποιότητα σπουδών Αξιοκρατία και αξιολόγηση: Πονεμένες ιστορίες, όμως έχουν γίνει. Ξεκίνησαν, συνέχισαν και αυτή τη στιγμή έχουμε ένα θεσμικό πλαίσιο για την αξιολόγηση. Και είναι και ατομική πια. Δηλαδή οι Καθηγητές αξιολογούνται και ως άτομα στην πενταετία. Θέλει κι αυτό το χρόνο του και είπαμε, θέλει και πεφωτισμένη ηγεσία για να πάρει τις πραγματικές διαστάσεις.

Άλλο θέμα, το κόστος φοίτησης: Σε κανένα Πανεπιστήμιο, δεν είχαν ένα εργαλείο να μετρούν το κόστος των σπουδών. Δηλαδή παίρνω τόσα λεφτά και μου κοστίζει τόσο για να κάνω τα εργαστήρια της Ιατρικής. Να υπάρχει στο τέλος κάθε χρόνου ένας προϋπολογισμός για να βγάζουμε τα κόστη. Τέλος πάντων, με τα πολλά έγινε ένα ολόκληρο σύστημα ηλεκτρονικό, βγάλαμε το κόστος για σπουδές, περιττό να σας πω ότι σταμάτησε, δε λειτουργεί πλέον. Θα σας πω νούμερα: Στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, το κόστος ανά φοιτητή Ιατρικής είναι 51.133 ευρώ. Στο Αριστοτέλειο είναι 13.000. Στο Πανεπιστήμιο Πατρών είναι 21.000. Στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων 33.000. Στο Πανεπιστήμιο Κρήτης 26.000 και στη Θεσσαλία 21.000. Δεν πρέπει κάποιος να εξηγήσει γιατί; Γιατί το κόστος στο Πανεπιστήμιο Αθηνών είναι 51.000, δηλαδή 2,5 φορές πάνω από την Ιατρική Αθηνών; Πώς όλα αυτά θεωρούνται αυτονόητα; Ήμουν προημερών σε συζήτηση στη Θεσσαλονίκη με τον Πρύτανη του ΑΠΘ και είπε ο Πρύτανης για τα οικονομικά του ιδρύματος ότι ο προϋπολογισμός του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης είναι, 20 εκατομμύρια!!! Ακούω το 20 εκατομμύρια και λέω, είναι δυνατόν; 20 εκατομμύρια η Θεσσαλονίκη; Ευτυχώς είχα τους αριθμούς μαζί μου και βλέπω 135 εκ. Λέω, «με συγχωρείτε, 135. «Όχι» λέει, «τα 115 είναι οι μισθοί των Καθηγητών. Οι μισθοί των Καθηγητών δεν είναι μέσα στον προϋπολογισμό»!!! Αυτή η συζήτηση γίνεται τώρα, μετά από όλη αυτή την ιστορία. Όμως το Πανεπιστήμιο πρέπει να βρει και ιδιωτικούς πόρους. Και δίνεται πια κάθε δυνατότητα για ιδιωτικούς πόρους. πρέπει να εξηγήσουν τι τα κάνουν. Γιατί το κόστος ανά φοιτητή είναι τόσο; Τι σημαίνει αυτό το κόστος; Πού πηγαίνουν αυτά τα χρήματα; Πόσο είναι το διοικητικό κόστος, πόσο είναι το λειτουργικό, πόσο είναι το ερευνητικό, πόσο είναι τα υλικά; Γιατί στην ποιότητα σπουδών μπαίνουν όλα αυτά τα στοιχεία, όταν έχεις λίγα χρήματα, για να έχεις υψηλή ποιότητα, πρέπει να δεις πώς θα σχεδιάζεις το κόστος.

Η οργάνωση σπουδών είναι ένα άλλο θέμα. Δεν υπήρχε εγγραφή φοιτητών. Αρνούνταν τα Πανεπιστήμια να γράψουν τους φοιτητές, όποιος ήθελε πήγαινε, έδινε εξετάσεις. Δεν ήξερες πόσους φοιτητές είχες. Είναι δυνατόν; Είναι… Υπήρχε ο νόμος για υποχρεωτική εγγραφή. Κανένας δεν έκανε. Βάζουμε πάλι ότι εάν δεν υπάρχει εγγραφή, δεν θα χρηματοδοτηθεί το Πανεπιστήμιο, θα κοπούν και οι μισθοί των καθηγητών. Για να γίνουν τα πολύ απλά πράγματα. Γιατί χωρίς εγγραφή δε μπορείς να ξέρεις πώς να σχεδιάσεις το τμήμα σου.

Τα μαθήματα με προτεραιότητα, δηλαδή να μην είσαι στην Ιατρική στο 6ο έτος και να μην έχεις περάσει την Ανατομία. Το θέμα της παρακολούθησης των μαθημάτων, το θέμα των εξετάσεων. Μια από τις πρώτες αλλαγές που έγιναν ήταν ότι οι εξετάσεις θα γίνονται σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. 4 εξεταστικές, 5 εξεταστικές, στην Ιατρική 6 εξεταστικές. Δεν υπάρχει σε καμία χώρα τέτοιο παράδειγμα, σας διαβεβαιώ. Είπαμε, 3 εξεταστικές, τέρμα. Το πρώτο πράγμα που έγινε το 2012, να δοθούν δυο εξεταστικές καινούργιες. Δεν αντιδρά κανένας. Γίνονται, ξεγίνονται, δεν αντιδρά κανένας. Όταν γίνονται αντιδρά το σύμπαν. Όταν ξεγίνονται, δε μιλάει κανένας.

Και ερχόμαστε στη διάρκεια σπουδών: Θα σας πω πάλι ένα ενδιαφέρον στιγμιότυπο το οποίο το λέω συχνά γιατί έγινε μπροστά σε 400 άτομα: Είμαστε σε μια εκδήλωση για τον Πλάτωνα στο Μουσείο της Ακρόπολης και παίρνει το λόγο ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο κ. Πελεγρίνης. Εκείνη την εποχή, μια από τις συγκρούσεις είναι το θέμα των αιώνιων φοιτητών και γιατί δεν πρέπει να σταματήσει αυτός ο θεσμός των αιώνιων φοιτητών. Λέει, λοιπόν ο κ. Πελεγρίνης ο οποίος όπως ξέρετε είναι και Καθηγητής της Φιλοσοφικής: «Αυτό που θα σας πω θέλω να το ακούσει η κα Υπουργός, για να κατανοήσει το λάθος της. Ο Αριστοτέλης έμεινε στη σχολή του Πλάτωνα 20 χρόνια. Δηλαδή εάν τότε ήταν Υπουργός η Διαμαντοπούλου, θα έδιωχνε τον Αριστοτέλη από τη Σχολή του Πλάτωνα»! Στη συζήτηση με τους αιώνιους φοιτητές, υπάρχει πάντοτε το εξής επιχείρημα: «Και τι σας πειράζει αφού ούτε βιβλία παίρνουν, ούτε πάσο έχουν ούτε αυτό ούτε εκείνο, ασ’ τους εκεί και τι σε πειράζουν εσένα;» Όταν γίνεται η αξιολόγηση των Πανεπιστημίων σε διεθνές επίπεδο, ένα από τα στοιχεία της αξιολόγησης είναι ο μέσος όρος αποπεράτωσης σπουδών. Όταν εμείς έχουμε μέσο όρο αποφοίτησης 7,5-8 χρόνια σε σχολές 4ετούς φοίτησης, αμέσως-αμέσως τα Πανεπιστήμιά μας πάνε κάτω. Δεύτερον, πώς να οργανώσεις τις εξετάσεις; Οργανώνουμε εξετάσεις για 100 κι έρχονται 300. Δεν ξέρει κανείς πόσοι θα έρθουν για εξετάσεις.

Να σας πω τώρα για τον πολιτικό τι σημαίνει αυτή η απόφαση; 180.000 άτομα απέναντι του, Χ 2-3 άτομα οι οικογένειές τους…θυμάμαι ελάχιστοι μόνο βουλευτές είχαν βγει τότε να στηρίξουν την ιστορία των αιώνιων φοιτητών γι’ αυτό το λόγο. Γι’ αυτό και είπα ως αρχική παρατήρηση, πως κάθε απόφαση στο χώρο της παιδείας έχει τεράστια ακροατήρια με τα οποία πάρα πολύ εύκολα έρχεσαι σ’ επαφή. Όταν κάποιος μένει 8 χρόνια μέσα στο Πανεπιστήμιο, διαλύει και την ίδια τη ζωή του. Εδώ δεν είμαι ακόμη σίγουρη αν θ’ αλλάξει ή όχι, αλλά αυτό πια που περιμένω να δω είναι ποιοι θ’ αντιδράσουν. Ξέρετε πολύ καλά ότι οι Πρυτάνεις έχουν τοποθετηθεί υπέρ της διαιώνισης του μέτρου των αιωνίων φοιτητών. Στο θέμα της ποιότητας σπουδών, θα μπορούσα να πω πολλά ακόμη γιατί είναι και πολλά πράγματα που αφορούν τους φοιτητές, ο Συνήγορος του Φοιτητή, γιατί υπάρχει μια αυθαιρεσία από πλευράς των καθηγητών πολλές φορές ή το πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουμε με διαφορετικό τρόπο τη μέριμνα των φοιτητών, με πόρους διαφορετικούς, με σωστή χρησιμοποίηση των πόρων.

Ξέρετε, είδαμε να κλείνει το Πανεπιστήμιο Αθηνών για τους διοικητικούς. Εγώ θέλω να μάθω γιατί δεν ρώτησε κάποιος από τους δημοσιογράφους τον κ. Πελεγρίνη γιατί δεν έκλεισε το Πανεπιστήμιο όταν επί τόσα χρόνια οι εστίες που είναι για τους φοιτητές ήταν νοικιασμένες σε αλλοδαπούς και άλλους άσχετους με το πανεπιστήμιο; Ήξεραν όλοι ότι οι εστίες του Πανεπιστημίου ήταν νοικιασμένες. Ούτε κανείς έκλεισε ούτε κανείς έβαλε θέμα. Αυτά όμως δε λέγονται στο δημόσιο διάλογο. Και νομίζω έχουμε και οι δυο την εμπειρία από το να τα λες και να μην ακούγονται και να μην τ’ αναπαράγει κανείς, εκτός από ελάχιστους δημοσιογράφους, ένας από τους οποίους είναι σήμερα εδώ μέσα και δε θέλω ν’ αναφερθώ, γιατί ίσως του κάνω κακό.

Και τελειώνω με το θέμα της διεθνοποίησης. Η διεθνοποίηση, είναι πολύ σημαντικότερο απ’ ό,τι νομίζουμε. Σήμερα υπάρχουν πολλές μορφές διεθνοποίησης. Όμως η ιστορία της διεθνοποίησης είναι και για την οικονομία μιας χώρας σημαντική, για να μη χάνει πόρους αλλά και για να φέρνει πόρους, αλλά και για το Πανεπιστήμιο αυτό καθαυτό. Δεν υπάρχει σήμερα γνώση που να περιορίζεται σ’ έναν χώρο, σε μια γλώσσα, σε μια αντίληψη, σε μια μικρή ομάδα. Έχουν γίνει πολλά για τη διεθνοποίηση. Μπορούν να κάνουν και τα δικά μας Πανεπιστήμια πλέον παραρτήματα. Ήδη το Γεωπονικό ξεκίνησε μια προσπάθεια με τη Σαουδική Αραβία. Η προσέλκυση των φοιτητών είναι κάτι που είναι πολύ δύσκολο, πρέπει να ξεπεράσουμε πάρα πολλά ακόμα. Ξέρετε ότι τα MOOCs, το Massive Open Online Course είναι πια το νέο μεγάλο asset των Πανεπιστημίων. Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα να το κάνουν και θα ήταν πολύ ουσιαστικό μόνο αν σκεφτούμε την ομογένειά μας, τι θα σήμαινε το MOOCs για την Ελλάδα. Οικονομικά, τεράστια οφέλη.

Καταλήγω στα μεγάλα ζητήματα μας: ο πρώτος άξονας είναι το Σύνταγμα. Η αλλαγή στο Σύνταγμα πρέπει να σταθεί πάρα πολύ σοβαρά στο πρόβλημα όλου του εκπαιδευτικού συστήματος. Εγώ θεωρώ πλέον ότι και στην Πρωτοβάθμια και στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση πρέπει να πάει περιφερειακά το σύστημα, δεν υπάρχει κανένα πια τόσο συγκεντρωτικό σύστημα στην Ευρώπη. Το θέμα του Νομικού Προσώπου των Πανεπιστημίων, το θέμα των μη κερδοσκοπικών Πανεπιστημίων, που χάσαμε πραγματικά μια μεγάλη ευκαιρία, το θέμα της αποκέντρωσης.

Ο δεύτερος σοβαρός άξονας είναι η λειτουργία του πολιτικού συστήματος του Κοινοβουλίου. Αυτό που είδαμε είναι να επιτυγχάνουμε συναίνεση στη διάλυση της συναίνεσης. Δηλαδή τη μία χρονιά συναινέσαμε και την άλλη χρονιά όλοι μαζί είπαμε, πολύ κακώς συναινέσαμε. Αυτό όμως δημιουργεί ένα πολιτικό παράδειγμα. Δημιουργεί κακό προηγούμενο και στη νέα γενιά που έρχεται και στον πολίτη. Λέγαμε να έχουμε συναινέσεις στην Παιδεία, αυτό είναι το σημαντικό. Τουλάχιστον στην Παιδεία ρε παιδί μου να τα βρείτε. Τα βρήκαμε. Και που τα βρήκαμε; Άρα το πώς λειτουργεί το πολιτικό σύστημα και το Κοινοβούλιο είναι πραγματικά ένα πάρα πολύ σοβαρό θέμα. Το πελατειακό και συντεχνιακό σύστημα, εξακολουθεί και ζει και βασιλεύει. Όλη η ιστορία του πώς βγήκαν οι Πρυτάνεις πάλι να πουν ότι πρέπει να διατηρηθούν οι αιώνιοι φοιτητές, γιατί το κάνουν; Γι’ αυτό λέω ότι το πελατειακό σύστημα δεν είναι κάτι που αφορά μόνο τους Βουλευτές πια.

Και τέλος ο άξονας που έχει να κάνει με το θέμα των συγχωνεύσεων των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ. Δε γίνεται η χώρα να συνεχίζει με 39 Ιδρύματα. Αρκεί να σας πω ότι με το σχέδιο «Αθηνά» δεν άνοιξε μύτη, όταν θα γίνουν όμως, οι συγχωνεύσεις θα πρέπει κάποιος ν’ αποφασίσει να κάνει τη μετωπική σύγκρουση γιατί το θεσμικό πλαίσιο τα έχει όλα μέσα. Λέει λοιπόν το θεσμικό πλαίσιο: Δε μπορεί να υπάρχει σε καμία πόλη ένα τμήμα μόνο του. Δε μπορεί. Άρα κλείνουν όλα. Κι έδινε προθεσμία 12 μήνες. Ξέρετε τι σημαίνει ένα τμήμα μόνο του; δηλαδή να έχεις στη Λιβαδειά - όπως έχεις πράγματι - ένα τμήμα Πολιτικών Επιστημών, να έχεις στο Ναύπλιο ένα Τμήμα Θεατρολογίας. Δεν υπάρχει Πανεπιστήμιο, υπάρχει ένα τμήμα. Έλεγε λοιπόν: Δε μπορεί να υπάρχει, αυτά θα πρέπει να γίνουν προγράμματα σπουδών και να πάνε στις σχολές. Αυτό άλλαξε αμέσως, το Σεπτέμβριο. Και ενώ είχαμε 18 τμήματα τέτοια, τώρα έχουμε 20. Επομένως έχει πολύ μεγάλη σημασία η ειλικρίνεια και η απόφαση σε όλους τους χώρους αλλά ειδικά στο χώρο της Παιδείας, να γίνουν πολύ ουσιαστικές και μεγάλες αλλαγές.

Ήθελα να σας πω ότι αυτή ή εμπειρία, θεωρώ ότι ήταν η πιο μεγάλη, η πιο ουσιαστική μάχη και είναι κάτι που με κάνει περήφανη με τη συνείδησή μου. Και λάθη υπάρχουν και πράγματα πρέπει ν’ αλλάξουν, όμως ο καθένας πρέπει να είναι ήσυχος ότι εκεί που χρειάστηκε, τη στιγμή που χρειάστηκε, έκανε αυτό που μπορούσε.

Σας ευχαριστώ πολύ.

Διαβάστε περισσότερα...

Σημεία ομιλίας Α.Διαμαντοπούλου

· Η συνταγή της λιτότητας δεν απέδωσε. Απαιτείται νέο σχέδιο δημοσιονομικής εξυγίανσης του χρέους. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και η Επιτροπή χρειάζεται να εκπονήσουν ένα νέο σχέδιο αντιμετώπισης του χρέους.
· Όσο διαλύεται η κοινωνική συνοχή τόσο δεν θα επιτυγχάνονται οι στόχοι.
· Η λειτουργία της ΕΚΤ πρέπει να αλλάξει. Πρέπει να έχει μέσα στο καταστατικό της τους δείκτες και της ανεργίας και πρέπει να τυπώσει χρήμα. Ενώ σημαντικό είναι να μπει ξανά το θέμα της υποτίμησης του ευρώ στο τραπέζι.
· Λιγότερη επένδυση στην Παιδεία συνεπάγεται τεράστιες διαφορές στην ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Ο νέος δρόμος για την ανάπτυξη, την ανάκαμψη με αλληλεγγύη προϋποθέτει πια εθνικό σχέδιο ανα-συγκρότησης, με συναίνεση το οποίο πρέπει να κινείται σε τρεις άξονες:
· Ελληνική πρόταση προς την ΕΕ για τη διαχείριση του μη βιώσιμου χρέους,
· Μεταρρυθμίσεις με χρονοδιάγραμμα στους βασικούς τομείς (όπως δημόσια διοίκηση, φορολογικό, δικαιοσύνη, πολιτικό σύστημα) και
· Εστίαση με υποδομές και κίνητρα σε συγκεκριμένους τομείς ανάπτυξης που αποτελούν τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της χώρας.

Τρία πράγματα απλά και σύνθετα μαζί. Απαραίτητα και αυτονόητα, αλλά δύσκολα και απαιτητικά για μια προεκλογική αντίληψη που συνεχίζει να υπόσχεται και να μοιράζει και έχει στοιχειώσει επί δεκαετίες τη χώρα.

Από πρωτογενές στο θνησιγενές…

Σαν τους ντελάληδες που διαφημίζουν την πραμάτεια τους, κόμματα και υπουργοί, μοιράζουν το ‘πλεόνασμα’.

Σε μία οικονομία με σωρευτική ύφεση περίπου 30%, όλοι δικαιούνται μερίδιο και όχι άδικα.

Εκείνο που δεν δικαιούται όμως η κυβέρνηση, είναι να φορτώσει πάλι στις πλάτες των νέων λάθη του σήμερα.

Το πλεόνασμα – όποιο και αν είναι – πρέπει να δοθεί εκεί που θα πιάσει τόπο. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ενταχθεί στο εθνικό σχέδιο ανασυγκρότησης και να δοθεί στις δημόσιες επενδύσεις κυρίως! Εφόσον το πλεόνασμα είναι υπαρκτό η αναδιανομή του πρέπει να αφορά την ανάπτυξη και την αλληλεγγύη (όπως λέει και ο τίτλος της σημερινής συζήτησης) δηλαδή να επενδυθεί με τρόπο που να δημιουργεί θέσεις εργασίας και να παράγει πλούτο.

Οι εκτιμώμενοι πολλαπλασιαστές του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων είναι ιδιαίτερα υψηλοί, κυρίως όταν η οικονομία βρίσκεται σε φάση βαθιάς ύφεσης. Η θετική επίπτωση στο ΑΕΠ της χώρας λόγω αύξησης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων θα ισοδυναμούσε με 3-4 ευρώ για κάθε ένα (1) ευρώ αύξησης της πραγματικής δαπάνης για δημόσιες επενδύσεις.

Αυτό και μόνο αποτελεί ένα ισχυρό επιχείρημα υπέρ μιας επιθετικής αύξησης του προγράμματος δημοσίων επενδύσεων στην τρέχουσα συγκυρία μέσω π.χ. της ταχύτερης απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων από τα διαθρωτικά ταμεία της Ε.Ε. αλλά και δημιουργία κινήτρων σε αναπτυξιακούς τομείς.

Αλλά αυτή η πρόταση έχει νόημα αν εντάσσεται σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την ανάπτυξη που θα έβαζε τις προτεραιότητες σε σειρά και θα ήταν ο μίτος της εξόδου. Αντ΄αυτού ζωντανεύει και πάλι μπροστά μας το παρελθόν η χωρίς κριτήρια επιλογή ψηφοφόρων…

Εάν τελικά υπάρξει πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα μετά από το ισχυρό σοκ, το που θα δοθεί, αποτελεί μία ευκαιρία για την οικονομία, για τη διαδικασία παραγωγής και για την ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΝΟΟΤΡΟΠΙΑ. Είναι το πρώτο δείγμα μετά το σοκ. Θα κρίνει πολλά και είναι υποχρέωση όλων των κομμάτων να πάρουν θέση.

Διαβάστε περισσότερα...

The Mediterranean Gods Cannot Do It Alone

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

The ancient’s world geopolitical center, the cradle of civilization, the Mediterranean Basin; a unique location with some of the world’s most important geostrategic corners.

Life has not been boring in the Basin and continues to be so. This region has been witnessing wars, revolutions, regime upheavals, political instability, religious conflicts, ethnic conflicts over democracy and freedom, conflicts both multilateral and bilateral… all of them with substantial repercussions on the financial activities taking place in the whole Mediterranean region.

Back in the 1990s, Europe was optimistically looking forward. The European Union was deliberating, proposing and setting forth strategies and ambitious targets for the not so distant future; the year 2010 was determined to be a milestone year. The Euro-Mediterranean Partnership (EUROMED, or also known as the Barcelona Process) launched in 1995 with the Euro-Mediterranean Conference in Barcelona, was the EU’s first comprehensive strategy for the region aiming at peace, stability and growth. It had set the goal of establishing a multilateral cooperation project linking policy (democracy and security), economy (growth and financial cooperation) and society (culture, social rights and equality). Ambitious? I do recall among others the ambitious target for the area to become a free trade zone by 2010!

Similarly, the Lisbon Strategy called for goals such as that the EU would rank first in research and innovation by 2010, while at the same time reaching the goal of full employment! What an irony! We all recall that 2010 was the year we witnessed the Arab Spring and the Eurozone got deep into the financial crisis.

Both, the Lisbon Strategy and the Barcelona Process failed to meet expectations and to reach their respective targets. Why did those noble goals not work out? Here are a few points that may help us understand the discrepancy between wish and ultimate outcome:

With regards to the Lisbon Strategy

1. The EU’s leadership failed to predict the impact of the financial markets operating without sufficient political oversight.
2. The Euro’s architecture. Not a single analyst disagrees that monetary policy alone, without a broader economic policy, was inadequate in dealing with the crisis, (the M without the E of the EMU)
3. Certain countries did not implement the required reforms to comply with Eurozone rules. At the same time, the European institutions were not able to successfully monitor and enforce compliance in the South and even in the North, not to mention that they were not equipped with the appropriate mechanisms for dealing with it.

With regards to the Barcelona Process

For years the EU tried to increase collaboration with soft policies while we knew that the root causes of the major problems of poverty, huge social inequalities, underdevelopment and the lack of fundamental freedoms (i.e., of expression, religious tolerance) could not be dealt with solely by soft policy measures. Unquestionably, they are simply not sufficient. Yet, any implementation was hindered by fundamental diversions, a disharmony of foreign policy roles among Member States and the differing perception and importance of the region for each Member State.

Where are we now? My conviction is that as a whole, we have not overcome the crisis yet. Debts and unemployment remain alarmingly high. And as Europe continues to experience turbulence on many fronts, it is rather utopic to believe that it can assume a leading role and behave as one single entity, becoming a regional powerhouse in its own backyard!

Within this geopolitical and economic context I could see three interconnected and synergistic directions that would allow Europe to be the leading player. They could be summarized as follows: 1) putting our house in order, 2) supporting our neighbors and 3) agreeing on a common plan for the future. More specifically:

1) Stabilization of Euro – Mediterranean countries. Almost all of the EU Mediterranean countries with the exception of Malta are facing to some degree their own crisis. There is no way that decisive leadership and effective cooperation can flourish while the danger of destabilization exists.

As for my own country, Greece, an emerging contradiction is becoming clear: Greece is considered and is the Eurozone’s weakest link. At the same time, Athens is gaining an important geopolitical role as the sole anchor of stability in the Eastern Mediterranean, the Middle East and a credible interlocutor for the U.S. and Israel in particular, especially given the latest developments. Athens (despite its problems) currently appears as the only stable point of reference in the Eastern Mediterranean.

In case that the country is destabilized for whatever reason (Nazi Party, social unrest, or another Grexit discussion), the repercussion would be a domino effect with catastrophic consequences not only in economic terms but also most importantly in geopolitical stability terms.

2) A concerted program of investment by private and public consortia for reconstruction of the basic infrastructure in the Mediterranean countries. A true win-win situation could evolve with such economic partnerships geared to materialize existing unexploited economic potential. A sector-based cooperation, providing resources, know-how and technical cooperation in prioritized targets can be the instrument for positive and sustainable change. Potential targets include modernizing infrastructure from schools and hospitals to electricity installations and underwater pipelines, as well as infrastructure to exploit trans-boundary groundwater resources. The EU has identified areas that can accommodate concrete projects: 1) maritime-land highways, 2) depollution of the Med, 3) sound environmental governance, 4) civil protection and 5) solar energy.

3) Develop a multilateral agreement on energy resources management. Energy is the key sector for development, growth and prosperity. Yet, the discovery in the Southeast Mediterranean of new deposits of fossil fuels has the risk of causing war instead of prosperity. There is an absolute need for a regional multilateral plan for the management of Mediterranean energy resources. A plan that will unfold at a dual front, diplomatic and scientific, to ensure that vital resources are managed in a collectively beneficial way and guarantee the region’s security. However, a necessary and sufficient condition for this is respect for the Law of the Sea from all the countries of the Mediterranean Basin, something that has not yet occurred.

The Mediterranean Basin should be destined to be a sea of peace and shared prosperity. The Medittarenean Gods (born in the Basin) cannot do it alone. It rests on determined EU leadership and unwaivering political will to facilitate and accelerate this noble cause to the benefit of its 475 million people. Let us all work towards giving the Med and its people its endless benefits nature has bestowed, and not have yet another missed opportunity.

This blogpost is based on a speech given at the “Economist Business Roundtable with the Government of Malta; Invigorating Investment and Growth”.

πηγή: Social Europe Journal

Διαβάστε περισσότερα...

Η πρόεδρος του «Δικτύου» Άννα Διαμαντοπούλου, συμμετείχε σήμερα σε πάνελ με τον Πρωθυπουργό της Μάλτας Joseph Muscat, τον ΠΘ του Μαρόκου, τον Υπουργό Εξωτερικών της Τυνησίας και τον Enrico Letta σε συνέδριο του Economist για την Aνάπτυξη στην Ευρώπη, που διοργανώνεται στη Μάλτα.

Σημεία ομιλίας:

Tο μέλλον της Ευρώπης και η Μεσόγειος

• H Μεσόγειος ως κρίκος ανάμεσα στην Ευρώπη και τον Αραβικό κόσμο
• Στρατηγικές συμμαχίες στην περιοχή

Τόσο η Συνθήκη της Λισαβόνας όσο και η διαδικασία της Βαρκελώνης, όπως λέγεται, δεν κατάφεραν να ανταπεξέλθουν στις προσδοκίες και τους στόχους που είχαν θέσει για την περιοχή.

Γιατί όμως τόσο "ευγενείς" στόχοι απέτυχαν;

A. Ως προς τη συνθήκη της Λισαβόνας πρώτα

1. Οι ηγεσίες της ΕΕ, απέτυχαν να προβλέψουν τις συνέπειες και τον αντίκτυπο που έχει για την οικονομία , ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα, χωρίς επαρκή πολιτική επίβλεψη και έλεγχο.

2. Η αρχιτεκτονική του Ευρώ. Η νομισματική πολιτική από μόνη της χωρίς οικονομική πολιτική ένωση, είναι ανίσχυρη για να αντιμετωπίσει την κρίση.

3. Μερικές χώρες δεν ακολουθούσαν τα κριτήρια του Μάαστριχτ και τους κανόνες του Ευρώ (αυτό ισχύει για τις χώρες και του Βορρά και του Νότου, με πρώτες τη Γερμανία και τη Γαλλία) ενώ την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, δεν κατόρθωσαν ούτε να ελέγχουν ούτε να επιβάλλουν τη συμμόρφωση των χωρών αποτελεσματικά και όσο υπήρχε χρόνος.

B. Αναφορικά τώρα με τη διαδικασία της Βαρκελώνης

Για χρόνια η ΕΕ προσπαθούσε με χαλαρές και ελλιποβαρείς πολιτικές να τονώσει τη συνεργασία ανάμεσα στις χώρες, ενώ γνωρίζουμε καλά ότι οι αιτίες των μεγάλων προβλημάτων της Μεσογείου, όπως η φτώχεια, οι κοινωνικές ανισότητες και η έλλειψη ελευθερίας έκφρασης σε ορισμένες περιπτώσεις, δεν λύνονται με ασπιρίνες.

Μέσα λοιπόν, σε αυτό το γεωπολιτικό και οικονομικό πλαίσιο θα ήθελα να υπογραμμίσω 3 σημεία.

1) Σταθεροποίηση των Ευρώ - Μεσογειακών χωρών

Σχεδόν όλες οι χώρες, με την εξαίρεση της Μάλτας, αντιμετωπίζουν κατά το μάλλον ή ήττον μία κρίση. Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να προχωρήσει η αποτελεσματική συνεργασία, όσο υφίσταται ο κίνδυνος της αποσταθεροποίησης μίας χώρας.

Αναφορικά με την Ελλάδα, μπορεί η χώρα να είναι ένας αδύναμος κρίκος της ζώνης του Ευρώ, αλλά η Αθήνα, την ίδια στιγμή, διαθέτει ένα σημαντικό γεωστρατηγικό ρόλο στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου, καθώς είναι ίσως η μοναδικός πόλος σταθερότητας και ένας αξιόπιστος δίαυλος επικοινωνίας ανάμεσα στον αραβικό κόσμο και τις ΗΠΑ με το Ισραήλ.

2) Η περιοχή χρειάζεται τόνωση της οικονομίας μέσα από ένα γενναίο πρόγραμμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων στο χώρο των υποδομών και μεγάλων έργων.

3) Τέλος, αυτονόητη είναι η ανάγκη για πολυμερείς συμφωνίες ως προς τη διαχείριση των ενεργειακών αποθεμάτων.

Στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο, η πιθανή ανακάλυψη πλουτοπαραγωγικών πηγών, ενέχει τον κίνδυνο να προκαλέσει ένταση αντί ανάπτυξης. Χρειαζόμαστε ένα πολυσχιδές τοπικό σχέδιο για τη διαχείριση των ενεργειακών πηγών της Μεσογείου βασισμένο στη διπλωματία και την επιστήμη.

Είναι προφανές και αδιαπραγμάτευτο ότι ο σεβασμός στο Δίκαιο της Θάλασσας από όλους αποτελεί προϋπόθεση για τις σχέσεις ανάμεσα στις χώρες της Μεσογείου.

 

Διαβάστε περισσότερα...

Να συζητήσουμε την υποτίμηση του ευρώ

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

 

Την ανάγκη να τεθεί στην ατζέντα των συζητήσεων απέναντι στη Γερμανία μία υποτίμηση του ευρώ, προκειμένου να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της βιομηχανίας και να ανασχεθούν η υψηλή ανεργία και τα «σαφή δείγματα αποπληθωρισμού», προτάσσει στο naftemporiki.gr η Άννα Διαμαντοπούλου.

Η πρόεδρος του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη αναφέρει χαρακτηριστικά ότι το θέμα του ευρώ «πρέπει να συζητηθεί πέραν και έξω από την αναποτελεσματική τακτική της ‘ορθοδοξίας’ που ακολουθείται μέχρι σήμερα».

Μεταξύ άλλων, εκφράζει την άποψη ότι η τρόικα στην Ελλάδα έδρασε περισσότερο «σαν ασκούμενος αλχημιστής», επισημαίνει ότι η κυβέρνηση έπρεπε να υπόκειται σε περιοδικό έλεγχο «από το Κοινοβούλιο και όχι από την τριμελή επιτροπή υπαλλήλων των διεθνών οργανισμών» και εκφράζει την κάθετη διαφωνία της με την άποψη ότι «δεν μπορούμε μόνοι μας».

Η κ. Διαμαντοπούλου χαρακτηρίζει εξαιρετικά σημαντικό στόχο τη δημιουργία πρωτογενούς πλεονάσματος, «όταν όμως αυτό είναι γνήσιο και βιώσιμο» και ασκεί κριτική στην κυβέρνηση η οποία κατά τη γνώμη της «προτιμά το αμπαλάζ από το περιεχόμενο» και υιοθετεί την τακτική του «μοιράζω λεφτά».

Απαντώντας στο ερώτημα γιατί η ίδια δεν συγκλίνει σε καμία από τις υφιστάμενες δομές της Κεντροαριστεράς, αναφέρει ότι «χρειάζεται ένα εντελώς νέο εγχείρημα το οποίο δεν θα βασίζεται σε υπάρχουσες δομές και παθογένειες».

Αναφερόμενη στην εφαρμογή του γνωστού ως «νόμου Διαμαντοπούλου» για τα ΑΕΙ, δηλώνει: «δεν μπορώ να μην θυμίσω ότι η πρώτη κίνηση της συγκυβέρνησης ήταν να αλλάξει σημαντικά στοιχεία της μεταρρύθμισης, η οποία είχε ψηφιστεί ένα χρόνο πριν με πρωτοφανή για τα ελληνικά δεδομένα συναίνεση».

Διαβάστε όλη τη συνέντευξη εδώ:

www.naftemporiki.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Ευρώπη: με ή χωρίς την Τουρκία;

Γράφτηκε από Δημοσιεύθηκε στην κατηγορία Περιεχόμενο Τύπου

H Πρόεδρος του "ΔΙΚΤΥΟΥ" για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, Άννα Διαμαντοπούλου μίλησε σε εκδήλωση που οργάνωσε η εφημερίδα Le Nouvel Observateur με την Καθημερινή, στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος του Γαλλικού Ινστιτούτου Ελλάδος «Ελλάς Γαλλία Συμμαχία 2014», μια μεγάλη συνάντηση στην Αθήνα, με θέμα «Τολμήστε τη Δημοκρατία».

Παρακολουθήστε την εκδήλωση στον ιστοτόπο Blod.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Συνέντευξη της Άννας Διαμαντοπούλου στην Καθημερινή:

Καλύτερη εξέλιξη στην Κύπρο, αναφορικά με τη διαχείριση του μνημονίου και του προγράμματος προσαρμογής της οικονομίας, σε σχέση με την Ελλάδα, διαπιστώνει η πρώην Ευρωπαία Επίτροπος και Υπουργός, νυν Πρόεδρος του «Δικτύου για τη μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη» Άννα Διαμαντοπούλου.

Με αφορμή την παρουσία της στο νησί, η κ. Διαμαντοπούλου ανέφερε σε συνέντευξή της στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων ότι είναι λάθος να δαιμονοποιείται η Τρόικα, όταν το βασικό ζήτημα είναι κατά πόσο Κυβέρνηση και Κοινοβούλιο κάνουν σωστά τη δουλειά τους. Αναγνωρίζει ότι στο μνημόνιο υπάρχουν και λάθη, λέει όμως ότι όσοι ζητούν απεμπλοκή, πρέπει να εξηγήσουν στους πολίτες πού θα βρεθούν τα χρήματα.
Για τις επερχόμενες Ευρωεκλογές εκτιμά ότι θα υπάρξει αύξηση του εθνικισμού και του λαϊκισμού, ενώ η διαχείριση των Ευρωσκεπτικιστών θα είναι δύσκολη, με τις προβλέψεις να τους δίνουν ένα ποσοστό της τάξης του 15% με 20%. Αναφέρει, τέλος, ότι υποστηρίζει τη θέση για περισσότερη Ευρώπη, ενώ λέει ότι πρέπει να υπάρξουν άμεσα μέτρα για ενίσχυση της ανάπτυξης.

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της συνέντευξης:

 Ερ: Το κλιμάκιο της Τρόικας βρίσκεται στην Κύπρο για τρίτη φορά, με τις δύο πρώτες αξιολογήσεις των δανειστών να είναι θετικές. Έχετε ανάλογη εμπειρία από την Ελλάδα και θα ήθελα να ρωτήσω τη γνώμη σας για την κατάσταση των πραγμάτων στο νησί;

Απ: Νομίζω ότι τα πράγματα προχώρησαν καλύτερα στην Κύπρο συγκριτικά, αν παρακολουθήσει κανείς την εξέλιξη με βάση το χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ ότι η Τρόικα κάνει τη δουλειά της, δηλαδή εποπτεύει αυτά που έχουν συμφωνηθεί. Το βάρος πέφτει πάντοτε στην Κυβέρνηση και στο Κοινοβούλιο και εκεί κρίνεται και η εξέλιξη και η δημοκρατία.

 Ερ: Έχετε πει δημόσια ότι, στην περίπτωση της Ελλάδας τουλάχιστον, το πρόβλημα δεν είναι η Τρόικα, αλλά ο βαθμός υλοποίησης των συμφωνιών εκ μέρους της Κυβέρνησης. Παράλληλα, βλέπουμε όμως ότι υπάρχει μια «δαιμονοποίηση» της Τρόικας.
Απ: Η Τρόικα είναι τρεις υψηλόβαθμοι υπάλληλοι. Είναι πολύ εύκολο να πυροβολεί κανείς την Τρόικα, αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Αυτοί έρχονται με συγκεκριμένες εντολές για να παρακολουθήσουν την πορεία ενός προγράμματος.

Το θέμα είναι κατά πόσο η Κυβέρνηση είναι αποφασισμένη να υλοποιήσει το πρόγραμμα, το οποίο η ίδια υπέγραψε και αν το Κοινοβούλιο προτίθεται να την ελέγξει.
Εάν τα συστατικά της δημοκρατίας, δηλαδή η Κυβέρνηση και το Κοινοβούλιο δεν λειτουργούν κανονικά, τότε πολύ εύκολα δημιουργείται ο «εχθρός», που είναι η Τρόικα. Θεωρώ ότι είναι λάθος και δεν έχει κανένα αποτέλεσμα.

 Ερ: Στην Κύπρο, η αντιπολίτευση ζητά απεμπλοκή, ενώ η Κυβέρνηση λέει ότι η υλοποίηση του μνημονίου θα οδηγήσει σε ταχύτερη έξοδο της χώρας από το μνημόνιο. Πώς μπορούν οι πολίτες να απαντήσουν στο δίλημμα, ενόψει και των Ευρωεκλογών;
Απ: Το μνημόνιο σε όλες τις χώρες περιλαμβάνει μια σειρά μεταρρυθμίσεων και μια σειρά μέτρων, τα οποία σίγουρα δεν είναι όλα θετικά. Το μνημόνιο έχει και λάθη. Δεν χωράει αμφιβολία όμως ότι είναι ένα βασικό έγγραφο, το οποίο έχει υπογραφεί, ώστε να μπορέσουν οι χώρες να πάρουν δανεισμό και να επιβιώσουν οικονομικά, που διαφορετικά δεν θα μπορούσαν. Όποιος λοιπόν λέει «τέρμα στο μνημόνιο, πρέπει να απεμπλακούμε», πρέπει να εξηγήσει την επόμενη ημέρα πού θα βρει τα λεφτά. Αλλιώς είναι απλά ανοησίες.

Παράλληλα, όμως, με το μνημόνιο, υπάρχει άμεση ανάγκη να υπάρξουν μέτρα που αφορούν την υποστήριξη της ανάπτυξης, μέσα από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων και μέσα από μια διαφορετική διαχείριση του χρέους.

 Ερ: Υπάρχει διάσταση απόψεων μεταξύ της κοινής γνώμης στη Κύπρο και Ευρωπαίων αξιωματούχων αναφορικά με τη λύση που προκρίθηκε για τις κυπριακές τράπεζες, τη διάσωση δηλαδή με ίδια μέσα. Την ίδια στιγμή, υπάρχει ευρύτερα μια επανεμφάνιση των στερεοτύπων μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και νότου. Τι αντίκτυπο μπορεί να έχουν όλα αυτά στις Ευρωεκλογές; Μια Ευρώπη περισσότερο «ευρωφοβική»;

Απ: Θεωρώ ότι θα έχουμε ευρωσκεπτικιστικά κόμματα σε όλες τις χώρες, ακόμη και σε αυτές που δεν είχαμε ποτέ, εθνικιστικά κόμματα, με πολύ λαϊκισμό και πολλές απλουστεύσεις. Οι εκτιμήσεις είναι ότι θα είναι γύρω στο 15% με 20% οι ευρωσκεπτικιστές στην Ευρώπη. Αυτό θα είναι πάρα πολύ δύσκολο να το διαχειριστούμε μετά, καθώς θα έχουμε Ευρωβουλευτές οι οποίοι θα είναι εναντίον την Ευρώπης. Σκεφτείτε να υπάρχουν στο Κοινοβούλιο μιας χώρας βουλευτές, που είναι εναντίον της χώρας αυτής. Θα είναι πραγματικά δύσκολο.

 Ερ: Τι σημαίνει περισσότερη Ευρώπη για εσάς;

Απ: Σημαίνει βαθύτερη πολιτική ενοποίηση, οικονομική ενοποίηση - δηλαδή προϋπολογισμό, κοινή φορολογία - τραπεζική ενοποίηση και ένα κοινωνικό συμβόλαιο, το οποίο να εξασφαλίζει ελάχιστες προδιαγραφές στον κοινωνικό τομέα για όλους τους πολίτες της Ευρώπης.

πηγή: Καθημερινή

Διαβάστε περισσότερα...

Η πρόεδρος του «ΔΙΚΤΥΟΥ» για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, κυρία Άννα Διαμαντοπούλου συμμετείχε σήμερα μαζί με τον πρώην Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας κύριο Γιώργο Βασιλείου σε συζήτηση που οργάνωσαν ο ΟΠΕΚ Κύπρου, η Αντιπροσωπεία της ΕΕ και το Γραφείο Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην Κύπρο με θέμα:

«Η Κύπρος, η Ευρώπη, η Κρίση: Πως κερδίζεται η ανάπτυξη;»


Σημεία ομιλίας Άννας Διαμαντοπούλου

• Η Ευρώπη πρέπει να προχωρήσει στο επόμενο άλμα. Τα μικρά βήματα δεν βοηθούν. Το δίλημμα της νέας εποχής είναι το εξής:
Περισσότερο ή λιγότερο Ευρώπη;
Λιγότερη Ευρώπη που είναι η άποψη των ευρωσκεπτικιστών σημαίνει επιστροφή στη λογική της κοινής αγοράς, μια χαλαρή δηλαδή Ένωση με οικονομικούς δεσμούς.
Η άποψη μου είναι ότι η λύση για τους πολίτες και τις χώρες είναι περισσότερη Ευρώπη.

Νέα αρχιτεκτονική της Δημοκρατίας στην Ευρώπη και τις χώρες
• Περισσότερη Ευρώπη προς όφελος των πολιτών σημαίνει να επιτύχουμε ανάπτυξη και πιο ουσιαστική Δημοκρατία.
Η αμεριμνησία της δημοκρατίας για περισσότερο από δύο δεκαετίες επέτρεψε στις αγορές να υπερβούν τις δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις και η πολιτική να τεθεί στην υπηρεσία τους.
Η ΕΕ οφείλει μέσα από τη θέση της στον διεθνή καταμερισμό εξουσίας να θέσει ζητήματα ελέγχου των παγκόσμιων αγορών και της ροής του χρήματος. Οι πολιτικές οικογένειες θα πρέπει στη πορεία για τις ευρωεκλογές να καταθέσουν την άποψη τους, επ’ αυτού.
Η δημοκρατία απαιτεί μια νέα αρχιτεκτονική για την Ευρώπη με δύο σώματα που θα εκφράζουν τους πολίτες αλλά και τους λαούς, με εκλεγμένο Πρόεδρο της Επιτροπής και του Συμβουλίου, με Επιτρόπους που θα λογοδοτούν στο ευρωκοινοβούλιο. Αυτό φυσικά αφορά αλλαγή της Συνθήκης , η οποία θα πρέπει να γίνει με τον τρόπο που πρότεινε ο Σπινέλι 30 χρόνια πριν.

Επίσης είναι σημαντική η εσωτερική δημοκρατία σε κάθε χώρα όσον αφορά τη σχέση της με την Ευρώπη.
Ως παράδειγμα αναφέρω τη λειτουργία της τρόικας.
Οι υψηλόβαθμοι υπάλληλοι της τρόικας δεν μπορεί να είναι συνομιλητές αρχηγών κρατών και πρωθυπουργών.
Οι υπουργοί ελέγχονται και απολογούνται για την πρόοδο των συμφωνηθέντων από το εθνικό Κοινοβούλιο και τις αντίστοιχες επιτροπές του και η τρόικα θα έπρεπε να έχει ως συνομιλητή μία υψηλόβαθμη ομάδα της διοίκησης. Η λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος θα την προστατεύσουμε εμείς οι ίδιοι όταν ομονοήσουμε σε εθνικό σχέδιο και παλέψουμε τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται οι χώρες μας, χωρίς την πίεση απ΄έξω.

Ανάπτυξη στην πράξη – όχι στα λόγια
• Η αντιμετώπιση της κρίσης και η έξοδος από την ύφεση και την καταστροφική ανεργία αφορά τρεις μεγάλες ενότητες:
1. Δημοσιονομική εξυγίανση και αντιμετώπιση του χρέους
2. Δομικές μεταρρυθμίσεις
3. Ανάπτυξη

Η διαχείριση του εθνικού χρέους απαιτεί μια εντελώς νέα προσέγγιση της Ευρώπης και της πολιτικής της, απαιτεί όπως έχω γράψει σε ένα πρόσφατο άρθρο ένα νέο Μπρέτον Γούντς. Η συζήτηση αφορά στα παρακάτω μείζονα θέματα που θα έπρεπε να αποτελούν και την ατζέντα των ευρωεκλογών.
Ουσιαστικός προϋπολογισμός της ΕΕ που αφορά πολιτική αναδιανομής των τεράστιων πλεονασμάτων του Βορρά σε βάρος του Νότου.
• Νέος ρόλος της Ευρωπαϊκής Τράπεζας η οποία θα πρέπει να προχωρήσει σε εκτύπωση χρήματος
• Τραπεζική ενοποίηση χωρίς εξαιρέσεις και με γρήγορα βήματα
• Ευρωπαϊκό πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων σε ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών, τηλεπικοινωνιών, ενέργειας κλπ.
• Δυνατότητα των χωρών σε κρίση να αλλάξουν τους κανόνες του ΕΣΠΑ.
• Νέος ρόλος για την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων για τη χρηματοδότηση με ίδιους όρους των παραγωγικών επιχειρήσεων των χωρών του Νότου
• Ένα νέο κοινωνικό συμβόλαιο της Ευρώπης όπου πριν από τα μεγαλεπήβολα σχέδια της σύγκλισης μεταξύ των χωρών θα πρέπει να προστατευτούν με κάθε τρόπο τα μίνιμουμ στάνταρς (τα ελάχιστα όρια) που αφορούν εργασιακά δικαιώματα και τομείς πρόνοιας σε όλες της χώρες της Ευρώπης
• Για αυτό και στις ευρωεκλογές κόμματα, οργανώσεις, think tanks αλλά και πολίτες οφείλουν να προτείνουν ατζέντα, αλλιώς υπάρχει κίνδυνος περιορισμού της ευρωπαϊκής προοπτικής αυστηρά μέσα στη γερμανική προσέγγιση που φοβάμαι ότι θα σημάνει και την απομείωση, αν όχι την διάλυση της Ευρώπης.

Διαβάστε περισσότερα...

H Πρόεδρος του "ΔΙΚΤΥΟΥ" για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη κυρία Άννα Διαμαντοπούλου μίλησε σήμερα σε εκδήλωση της CYTA (Εθνικός Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών Κύπρου) στη Λευκωσία με θέμα «Η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη στην Εποχή της Οικονομικής Κρίσης: Επανατοποθέτηση ή Εγκατάλειψη;»

 

Σημεία Ομιλίας

Η ΕΚΕ ( εταιρική κοινωνική ευθύνη) είναι μία ιδέα που αφορά την "ηθική" των επιχειρήσεων  σε περιόδους ευημερίας αλλά και σε περιόδους κρίσης.

• Οι εταιρίες δεν είναι φιλανθρωπικά σωματεία και είναι σαφές ότι ο στόχος τους είναι το κέρδος. Γι’ αυτό και είναι καθοριστικό, οι επιλογές και τα προγράμματα ΕΚΕ να προσλαμβάνονται θετικά από τους καταναλωτές και να δίνουν προστιθέμενη αξία και στις επιχειρήσεις αλλά και στην κοινωνία.

• Η δημόσια πολιτική για την ΕΚΕ δεν πρέπει να δημιουργεί “υποχρεωτικότητα”, ούτε πρόσθετη γραφειοκρατία. Πρέπει όμως να υπάρχει έλεγχος και αξιολόγηση των πεπραγμένων των εταιριών στις δράσεις της ΕΚΕ, ώστε οι καταναλωτές να μη γίνονται " θύματα" επιχειρηματικής προπαγάνδας. Δεν μπορεί, δηλαδή, μία πολυεθνική να χρησιμοποιεί ως εργάτες παιδιά σε άθλιες συνθήκες και την ίδια στιγμή να διαφημίζει παρεμβάσεις της στον κοινωνικό ή περιβαλλοντικό τομέα.

• Η ΕΚΕ λειτουργεί σε διεθνές επίπεδο (πολυεθνικές), σε εθνικό επίπεδο (μεγάλες, εθνικές - ευρωπαϊκές εταιρίες) και σε τοπικό επίπεδο (μικρομεσαίες επιχειρήσεις). Οι δράσεις μπορεί να αφορούν το εσωτερικό της εταιρίας, δηλαδή παροχές προς τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους ή ευρύτερες δράσεις που αφορούν κοινωνικά και περιβαλλοντικά θέματα.

• Η κρίση έχει δημιουργήσει τεράστια προβλήματα στους πολίτες και στις επιχειρήσεις. Στην Ελλάδα η ιδιωτική κατανάλωση παρουσίασε μείωση 30% στην 6ετία 2008-14, και στην Κύπρο για το διάστημα 2013-14 προβλέπεται να μειωθεί 25%. Συνολικά για τον κλάδο του εμπορίου στην Ελλάδα, η κερδοφορία παρουσιάζει σωρευτικά πτώση από το 2009 μέχρι το 2013 της τάξης του 85,6%, ενώ στην Κύπρο τα κέρδη των επιχειρήσεων παρουσιάζονται αυξημένα κατά τα έτη 2012- 2013 εν μέσω κρίσης, κατά €700 εκατομμύρια. (Από €3.5 δις το 2 011 σε €4.2 δις το 2012-2013). Αντίστοιχα, αν και όχι τόσο τραγικά στοιχεία παρουσιάζει ο υπόλοιπος νότος. Σε αυτές τις συνθήκες προφανώς χρειάζεται όχι εγκατάλειψη αλλά επανατοποθέτηση της ιδέας της κοινωνικής εταιρικής ευθύνης η οποία πρέπει να εστιαστεί:

- στην υποστήριξη της νέας γενιάς ( υποτροφίες, μαθητείες καινοτόμες, υποστήριξη καινοτόμων ιδεών, φροντίδα παιδιών)
- στην υποστήριξη των εργαζομένων - απολυμένων και των οικογενειών τους
- Οι επιχειρήσεις που έχουν μερίδιο ευθύνης για τη κρίση (πχ. οι τράπεζες), με την πορεία τους και τη συμπεριφορά τους, πρέπει με διαφανή και αποτελεσματικό τρόπο να απευθυνθούν στους πολίτες – πελάτες, να εξηγήσουν και να ενημερώσουν για τις αλλαγές που δεν θα επιτρέψουν ποτέ αντίστοιχες πρακτικές.

• Φυσικά δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι η ΕΚΕ είναι ένα μικρό λιθαράκι στο τεράστιο θέμα της ανταγωνιστικότητας και της ευρωπαϊκής συνοχής που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Ύφεση, ανεργία απόεπένδυση και υποβάθμιση των δημοσίων αγαθών είναι ένα περιβάλλον αρνητικό για όλους, για επιχειρήσεις και για πολίτες. Γι’ αυτό και το μεγάλο διακύβευμα είναι μία ουσιαστική στροφή της ΕΕ από τον μονόδρομο της λιτότητας στη δημοσιονομική προσαρμογή με ανάπτυξη. Οι Ευρωεκλογές αυτές θα κρίνουν πολλά.

Διαβάστε περισσότερα...

Ομιλία της Άννας Διαμαντοπούλου, Προέδρου του «∆ΙΚΤΥΟΥ» για τη Μεταρρύθµιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, στην εκδήλωση με τίτλο "Είναι η δηµοκρατία...αντιµνηµονιακή;"

Το ρητορικόν του τίτλου παραπέμπει στο βασικό ερώτημα αν μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση και αν μπορεί κάθε χώρα να διαχειριστεί μεγάλη οικονομική κρίση και ταυτόχρονα η Δημοκρατία να λειτουργεί.

Το ερώτημα βέβαια μπορεί να αναστραφεί: Είναι η αμεριμνησία της δημοκρατίας σε καιρούς ευημερίας που γέννησε την οικονομική κρίση όταν οι αγορές απέκτησαν μεγαλύτερη δύναμη από τις κυβερνήσεις; Το ζητούμενο λοιπόν που προκύπτει είναι η αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης και η διεύρυνση της δημοκρατίας και σε Ευρώπη και σε επίπεδο Εθνικών Κρατών.

Η ιστορία και η ταυτότητα της Ευρώπης παραπέμπει στη δημοκρατία, στα ανθρώπινα δικαιώματα, στο κράτος πρόνοιας και αλληλεγγύης, ως τα κύρια συστατικά της περιόδου μετά τον πόλεμο.

Σ΄αυτή λοιπόν την Ευρώπη και στις χώρες που είναι κράτη- μέλη της Ένωσης η απάντηση θα έπρεπε να ήταν ναι μπορεί. Τα γεγονότα όμως, ο τρόπος που λειτούργησαν ή δεν λειτούργησαν οι θεσμοί, τα δόγματα και η επιστροφή με πάταγο των εθνικών συμφερόντων (των ισχυρών),δείχνουν δυστυχώς ότι υπάρχει υποχώρηση της δημοκρατίας όχι μόνο στις χώρες που υπέστησαν την κρίση, αλλά συνολικά. Η ακροδεξιά καλπάζει στην Ευρώπη, ενώ θέματα που έχουν να κάνουν με βία, διαφθορά αλλά και ανοχή προς μειονότητες εθνικές και κοινωνικές, μειώνεται επικίνδυνα. Μετά από τέσσερα χρόνια διεθνούς ευρωπαϊκής και εθνικής κρίσης η περιγραφή των γεγονότων δεν προσφέρει, μόνον αγανακτεί. Γι΄αυτό θα έχει σημασία να δούμε τόσο σε ευρωπαϊκό, αλλά βεβαίως και κυρίως για τους λαούς της Ευρώπης σε εθνικό επίπεδο, ποια είναι η πρόταση και με ποιες προϋποθέσεις, ώστε να σταματήσουν τα τέρατα να βγαίνουν από το μπουκάλι. Ας λάβουμε υπόψη τη ρήση του Θουκυδίδη «είναι λάθος να εξωθείται σε απόγνωση ένας λαός. Γίνεται έτσι πιο αδιάλλακτος». Δυστυχώς (όχι μόνο οι πολίτες που είναι κατανοητό) αλλά τα πολιτικά κόμματα και πολιτικές προσωπικότητες γίνονται αδιάλλακτοι, οργισμένοι και συγκρουσιακοί σε μια περίοδο που πρέπει να επιτευχθούν συναινέσεις και να συμφωνήσουμε στα μείζονα. Η εποχή έχει ανάγκη από ηγέτες που πρέπει να συγκρουστούν με την εύκολη λογική της «γενικής σύγκρουσης», να θέσουν προτάσεις και να ζητήσουν συναινέσεις.

 

Η Ευρώπη

Η οικονομική κρίση, και το κατασκευαστικό λάθος του ευρώ, έκανε απολύτως σαφή την ανάγκη νομιμοποιημένης πολιτικής καθοδήγησης στην Ευρώπη.

Παρακολουθούμε 4 χρόνια τώρα και με τη κρίση να διαλύει οικονομίες και κοινωνίες, τους αρχηγούς κρατών να συμφωνούν στις Βρυξέλλες (μετά από εισήγηση όχι της ΕΕ όπως λέει η Συνθήκη, αλλά της ισχυρότερης και μεγαλύτερης χώρας) και μετά ο καθένας να πρέπει να πετύχει στο δικό του Κοινοβούλιο μια πειθαναγκασμένη συναίνεση.

Αυτό δημιούργησε μεγάλα προβλήματα στα κοινοβούλια, διέλυσε κόμματα, γέννησε ακραία κόμματα. Η δημοκρατία δεν είναι αυθύπαρκτη συνδέεται με τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες. Οι ανισότητες στην Ευρώπη διευρύνθηκαν στο εσωτερικό των κοινωνιών αλλά και μεταξύ των χωρών όσο ποτέ μετά τον πόλεμο. Σε άλλες χώρες περισσεύει η οργή γιατί υπάρχει φτώχεια και έλλειψη προοπτικής, ενώ σε άλλες περισσεύει η ανασφάλεια και η εσωστρέφεια. Δημοκρατία που περιορίζεται γεωγραφικά ενώ δεν υπάρχουν πια σύνορα είναι ευάλωτη. Φέτος είναι 30 χρόνια από την πρόταση του Σπινέλλη για τη Συνταγματική Ευρώπη. Εδώ που είμαστε σήμερα χρειάζονται αποφάσεις για άλματα. Αν η Ευρώπη συνεχίσει με μικρά και καθυστερημένα βήματα, ενώ σε διεθνές επίπεδο οι ανταγωνιστές λαμβάνουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο στη παραγωγή πλούτου και στην αγορα εργασίας, θα υπάρξει πισωγύρισμα με σημαντικές συνέπειες όχι μόνο για τις μικρές αλλά και για τις μεγάλες χώρες.

Περισσότερη Ευρώπη με πολιτική ενοποίηση, προϋπολογισμό, εργασιακά δικαιώματα και σοβαρούς μηχανισμούς υποστήριξης και ελέγχων των συμφωνηθέντων για όλους, θα μπορούσαν να είναι στοιχεία συζήτησης ενόψει των ευρωεκλογών.

Η δημοκρατία στην Ελλάδα

Δεν χρειάζεται βέβαια η έρευνα για να διαπιστώσουμε τα σοβαρά προβλήματα λειτουργίας της Κυβέρνησης, του Κοινοβουλίου αλλά και την επιδείνωση όλων των δεικτών που αναφέρονται στην έρευνα και αφορούν:
• Στην πολιτική σταθερότητα.
• Στη βία την οποία είδαμε στη απόλυτη έντασή της το 2011, ενώ η τρομοκρατία κάνει με διάφορες μορφές την εμφάνιση της.
• Στο θέμα της διαφθοράς είναι σημαντικό τα όσα έρχονται στο φώς αλλά σίγουρα το θεσμικό πλαίσιο, η στελέχωση του δημόσιου τομέα, η διαφάνεια και τα φορολογικό σύστημα έχουν να διανύσουν πολύ δρόμο.
• Στο κράτος δικαίου.
• Και στη συμμετοχή στις εκλογές αλλά και στη κοινωνία των πολιτών.

Η χώρα δεν θα μπορούσε να λύσει τα παραπάνω ζητήματα αν δεν υπάρξει μία ελάχιστη θεσμική συναίνεση σε ζητήματα που αφορούν:
• Το περιεχόμενο της πρότασης για την αντιμετώπιση του δυσθεώρητου χρέους, τις προϋποθέσεις της δημοσιονομικής προσαρμογής αλλά και στον επανακαθορισμό της σχέσης μας με τους επιτηρητές της Συμφωνίας (ανεξαρτήτως αν υπάρχει μνημόνιο ή άλλου είδους συμφωνία, οι Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου πρέπει να σταματήσουν, οι Υπουργοί πρέπει να ελέγχονται από το Κοινοβούλιο και οι εκπρόσωποι κάθε μηχανισμού εποπτείας, πρέπει να μιλούν με τους εκπροσώπους της ελληνικής διοίκησης). Με απλά λόγια θέλουμε εθνική πρόταση, χρόνο και αποτελεσματική λειτουργία του Κοινοβουλίου: Σ΄αυτή τη περίπτωση η όποια τρόικα θα παίξει το ρόλο που της επιτρέπεται.
• Οι ριζικές αλλαγές στο πολιτικό σύστημα που αφορούν δημοκρατία, πραγματική αντιπροσώπευση και κυβερνησιμότητα. Η συμφωνία σε νέο εκλογικό νόμο είναι μια άμεση προτεραιότητα που προκαλεί έκπληξη στο ότι δεν είναι ακόμα στην ατζέντα όλων των κομμάτων.
• Ο αναπτυξιακός προσανατολισμός της χώρας , η επιλογή των βασικών μεταρρυθμίσεων και τομέων και οι πολιτικές υποστήριξής τους.

Τις τελευταίες δε μέρες, προέκυψαν και πάλι ζητήματα τα οποία έριξαν λάδι στη φωτιά της καθημερινής αντιπαράθεσης για θέματα που αυτονόητα θα έπρεπε να υπάρχει συναίνεση, ή να μην συζητιούνται πιά.
• Αναφέρομαι στο θέμα της τρομοκρατίας όπου μόνο αρνητικό αποτέλεσμα έχουν οι συγκρούσεις και οι αντεγκλήσεις των κομμάτων, ιδιαίτερα όταν είναι σαφές ότι η τρομοκρατία αυτή αποτελεί εχθρό του Έθνους, αποσταθεροποιεί τη χώρα,αποτρέπει επενδύσεις, δημιουργεί φόβο, αλλάζει τις προτεραιότητες.
• Αλλά και δεν είναι δυνατόν να γυρίζουμε σε θέματα που φαίνεται ότι είχαν λυθεί μετά την μεταπολίτευση και έχουν να κάνουν με το ρόλο της θρησκείας στη πολιτική και στη διακυβέρνηση της χώρας.

Τέλος θα έλεγα ότι δεν υπάρχει διέξοδος στη Δημοκρατία εκτός των συναινέσεων και των εύλογων συμβιβασμών. Δεν θα μπορέσουμε να συμφωνήσουμε με την Ευρώπη σε κάτι εθνικά ωφέλιμο, εάν δεν συμφωνήσουν τουλάχιστον στα παραπάνω τα κόμματα του..…ευρωπαϊκού τόξου. Και δεν θα συμφωνήσουν τα κόμματα μεταξύ τους αν δεν υπάρξει μία ελάχιστη συναίνεση στο εσωτερικό των μεγάλων πολιτικών οικογενειών.

Ακόμα και οι τρομοκράτες σ΄αυτή τη χώρα και σ΄αυτή την εποχή δεν μπορούν να συμφωνήσουν μεταξύ τους!!!

Η ιστορία μας δεν είναι με το μέρος μας όπως ξέρουμε, αλλά ίσως ο πόνος και η απελπισία του λαού μας, αλλάξουν τα μέχρι σήμερα δεδομένα.

 

Διαβάστε περισσότερα...

Άννα Διαμαντοπούλου, 2012. Το περιεχόμενο χορηγείται με άδεια Creative Commons Attribution-NonCommercial-NoDerivs Greece 3.0

Top Desktop version